Δευτέρα 12 Νοεμβρίου 2012

Πότε να μιλήσετε στα παιδιά σας για το σεξ;






-->
           Είναι αλήθεια ότι η συγκεκριμένη συζήτηση είναι από τις πιο άβολες και περίεργες στιγμές που καλείται να βιώσει ένας γονιός. Πολλοί γονείς αναρωτιούνται ποια είναι η κατάλληλη ηλικία για να ενημερωθεί ένα παιδί για ένα τόσο ευαίσθητο θέμα; Με ποια λόγια πρέπει να αρχίσουν; Πώς μπορούν να αποφύγουν την αμηχανία της στιγμής;
            Όσο πιο μικρά, λοιπόν, είναι τα παιδιά τόσο πιο εύκολο είναι να συζητήσουμε μαζί τους γιατί σε αυτή την ηλικία δεν έχουν ακόμη αναστολές για θέματα που σχετίζονται με το σεξ ούτε το βλέπουν με πονηριά. Ωστόσο, δεν υπάρχει κάποιος συγκεκριμένος κανόνας ηλικίας. Η κατάλληλη στιγμή για να μιλήσετε στα παιδιά σας είναι όταν αρχίσουν εκείνα να σας ρωτούν. Πότε, όμως, ένα παιδί αρχίζει να αναρωτιέται για τα «ιδιαίτερα» σημεία του σώματος του; Ουσιαστικά, αυτό ξεκινάει ταυτόχρονα με την γέννηση του. Μπορεί ένα μικρό παιδί να μην γνωρίζει την έννοια του σεξ, αλλά γνωρίζει πολύ καλά την ευχαρίστηση των οργάνων του. Κυρίως τον πρώτο χρόνο της ζωής του, ένα παιδί αρέσκεται να αγγίζει τα γεννητικά του όργανα.
            Η όλη κουβέντα, λοιπόν, γύρω από το σεξ ή την αναπαραγωγή, όπως είπαμε, αρχίζει όταν το παιδί δείξει ότι ενδιαφέρεται για το θέμα και έχει απορίες. Οι γονείς πρέπει να έχουν στο μυαλό τους ότι θα μιλήσουν έτσι όπως θα μιλούσαν για οποιαδήποτε φυσιολογική λειτουργία, όμως με τρόπο προσαρμοσμένο στην ηλικία του παιδιού. Με απλά λόγια, κατανοητούς όρους, αμεσότητα και κυρίως λέγοντας την αλήθεια «μεταφρασμένη» στην παιδική γλώσσα. Αν, για παράδειγμα, ένα παιδί ρωτήσει «πώς γεννιούνται τα παιδιά;», η απάντηση είναι «το σποράκι του µπαµπά μπαίνει στην κοιλίτσα της µαµάς και γίνεται το μωρό» και όχι «τα φέρνει ο πελαργός. Οι απαντήσεις των γονέων πρέπει να είναι ακριβείς, απαντώντας μόνο σε αυτό που ρωτά το νεαρό μέλος της οικογένειας και ενθαρρύνοντας το να εκφράσει κι άλλες απορίες.
            Όπως έχουμε ήδη αναφέρει, για πολλούς γονείς, το συγκεκριμένο θέμα είναι ταμπού. Το πρόβλημα δεν είναι το πώς μιλάς σε ένα παιδί για το σεξ, αλλά το αν μιλάς. Ιδιαίτερα, στην ελληνική κοινωνία, εξαιτίας κουλτούρας, παραδόσεων, θρησκείας κλπ, πολλοί αποφεύγουν τέτοιες κουβέντες, λέγοντας ένα ξερό «θα μάθεις όταν μεγαλώσεις». Ακόμη κι αυτοί που παίρνουν την απόφαση να καθίσουν με το παιδί τους και να συζητήσουν, νιώθουν μεγάλη ντροπή. Για αυτές τις περιπτώσεις, υπάρχουν ειδικά παραμύθια τα οποία μπορούν να συμβουλευτούν οι γονείς για περισσότερες πληροφορίες, προτού προχωρήσουν στην συζήτηση. Επίσης, το να αφήσουν το παιδί να ρωτάει και αυτοί απλώς να απαντούν θα μειώσει κατά πολύ την αμηχανία τους. Επιπλέον, είναι σημαντικό να τονιστεί ότι σε αυτή την συζήτηση πρέπει και οι δυο γονείς να είναι παρόντες και να συμφωνούν μεταξύ τους, ώστε να μην δώσουν την εντύπωση πως μόνο ο ένας από τους δύο έχει άνεση, ενώ ο άλλος έχει κάποιο πρόβλημα στην επικοινωνία μαζί του. Επίσης, δεν υπάρχει καμία διαφορά στην προσέγγιση ενός αγοριού και ενός κοριτσιού.
            Τέλος, μια γενική συμβουλή την οποία είναι καλό να έχουμε στο μυαλό μας είναι ότι απαντάμε πάντα στο παιδί, απαντάμε με ειλικρίνεια, σύντομα, απλά και ανάλογα με την ηλικία του. Να θυμάστε ότι το παιδί στις μικρές ηλικίες ικανοποιείται εύκολα με μια απλή απάντηση. Να θυμάστε όμως ότι ακόμα και να πούμε και κάτι περισσότερο απ’ ότι ίσως απαιτεί η ηλικία του δεν προκαλούμε κανένα κακό. Μη νιώθετε επίσης αδυναμία επειδή μπορεί να σας διαφεύγουν κάποιες λεπτομέρειες σχετικές με ένα θέμα που σας ρώτησε το παιδί. Σίγουρα το δικό του μυαλό δεν πήγε μέχρι εκεί. Κι αν νιώθετε άβολα να συζητήσετε ένα συγκεκριμένο θέμα πέστε του το και προσπαθήστε μαζί να ξεπεράσετε την αδυναμία σας.


Παρασκευή 9 Νοεμβρίου 2012

Χαρακτηριστικά Δυσλεξίας

-->
                                            Γραπτό παιδιού 10 χρονών



Οι μαθησιακές δυσκολίες απασχολούν ένα σημαντικό ποσοστό μαθητών, γονέων και εκπαιδευτικών. Τα τελευταία χρόνια ο αριθμός των γονιών αλλά και των εκπαιδευτικών οι οποίοι ασχολούνται με το συγκεκριμένο θέμα έχει αυξηθεί.
            Οι μαθησιακές δυσκολίες εμφανίζονται με πολλές μορφές: οπτική, ακουστική, κινητικού ελέγχου, δυσκολία στην επικοινωνία, στη λογική επεξεργασία πληροφοριών, κ.λ.π. Κάθε παιδί, έφηβος, ή ενήλικος με μαθησιακή δυσκολία είναι μοναδικός. Παρουσιάζει διαφορετικό συνδυασμό και σοβαρότητα προβλημάτων. Είναι ένα άτομο με μία, ή περισσότερες σημαντικές ελλείψεις στις βασικές διαδικασίες μάθησης. Το άτομο που παρουσιάζει μαθησιακές δυσκολίες έχει συνήθως νοημοσύνη μέσου όρου, ή πάνω από τον μέσο όρο. Παρόλα αυτά, για κάποιον λόγο υπάρχει ένα χάσμα ανάμεσα στο τι θα μπορούσε δυνητικά να πετύχει και στο τι πραγματικά πετυχαίνει στη ζωή του.
Η πιο συνηθισμένη μορφή ειδικών μαθησιακών δυσκολιών είναι η δυσλεξία στην οποία παρουσιάζονται δυσκολίες στην επεξεργασία του γραπτού λόγου και στην ανάγνωση.

ΧΑΡΑΚΤΗΡΙΣΤΙΚΑ ΠΑΙΔΙΩΝ ΤΟΥ ΝΗΠΙΑΓΩΓΕΙΟΥ ΚΑΙ ΤΟΥ ΔΗΜΟΤΙΚΟΥ.

  • Δυσκολία αδρών και λεπτών κινήσεων, π.χ. δέσιμο κορδονιών, κουτσό.
  • Καθυστέρηση στην ανάπτυξη του λόγου και της ομιλίας.
  • Δυσκολία στον προσανατολισμό στο χώρο (μπερδεύει το αριστερό με το δεξί).
  • Δυσκολία στον προσανατολισμό στο χρόνο (μπερδεύει έννοιες όπως, χθες, σήμερα αύριο κλπ).
  • Δυσλειτουργία της βραχύχρονης και της μακρόχρονης μνήμης π.χ. δυσκολεύεται να αποστηθίσει πληροφορίες, ξεχνά τα πράγματα του, δεν μπορεί να μάθει τις μέρες ή τους μήνες κλπ.


ΑΝΑΓΝΩΣΗ

  •  Διαβάζει συλλαβιστά, αργά και άχρωμα.
  • "Χάνει" το σημείο που βρίσκεται.
  • Μαντεύει αφού διαβάσει ένα μέρος της λέξης, π.χ. ωραίος αντί για ωράριο.
  • Αλλάζει την σειρά των γραμμάτων ή των συλλαβών, π.χ. τοσ αντί για στο.
  • Δυσκολία στην ανάγνωση των γραμμάτων που μοιάζουν οπτικά, π.χ. βάρος αντί για φάρος.
  • Παραλείπει γράμματα, συλλαβές ή και λέξεις.
  • Προσθέτει γράμματα, συλλαβές ή και λέξεις.
  • Δυσκολεύεται στην ανάγνωση λέξεων με δίφθογγους.
  • Επαναλαμβάνει λέξεις.
  • Δυσκολεύεται στην κατανόηση του κειμένου.

ΓΡΑΦΗ

  • Μπερδεύει γράμματα που μοιάζουν ακουστικά, π.χ. δ-θ, γ-χ, β-φ.
  • Μπερδεύει γράμματα που μοιάζουν οπτικά, π.χ. ο-α, π-τ, β-θ.
  • Παραλείπει γράμματα κυρίως σε λέξεις με τριπλά ή διπλά σύμφωνα, π.χ. Ατρέας αντί για Αντρέας.
  • Προσθέτει γράμματα, π.χ. αρκρούδα αντί για αρκούδα.
  • Δυσκολία στην αντιγραφή.
  • Χωρίζει ή ενώνει λέξεις, π.χ. με γάλο αντί για μεγάλο ή το μολύβιμου είναι κίτρινο


 Βιβλιογραφία
Αναστασίου, Δ. (1998). Δυσλεξία. Αθήνα: Εκδόσεις Άτροπος
Παντελιάδου, Σ. (2000) Μαθησιακές Δυσκολίες και Εκπαιδευτική Πράξη. Αθήνα: Ελληνικα Γράμματα

Τρίτη 6 Νοεμβρίου 2012

Κρίσεις Πανικού....


   
        «Θα τρελαθώ, θα χάσω τον έλεγχο, θα πάθω κάτι, θα γελοιοποιηθώ» είναι μερικές από τις χαρακτηριστικές σκέψεις που κάνει ένα άτομο όταν βιώνει επεισόδια ξαφνικού και έντονου άγχους, δηλαδή πανικού. Η διαταραχή πανικού είναι από τις πιο συχνές ψυχικές παθήσεις κατά την οποία ο ασθενής παρουσιάζει αιφνίδια και απρόσμενα επεισόδια έντονου φόβου και άγχους. Τα επεισόδια αυτά ονομάζονται κρίσεις πανικού και η διάρκεια τους μπορεί να είναι από μερικά λεπτά έως μερικές ώρες. Εκδηλώνονται χωρίς καμία προειδοποίηση και η αιτία έναρξης τους μπορεί να είναι άγνωστη.
Πιο αναλυτικά, λοιπόν, η διαταραχή πανικού χαρακτηρίζεται από επαναλαμβανόμενες προσβολές πανικού που συνοδεύονται είτε από επίμονη ανησυχία του ατόμου μήπως του ξανασυμβεί είτε από επίμονη ανησυχία για τις επιπτώσεις (μήπως πάθει κάτι σοβαρό, μήπως τρελαθεί κλπ) ή από σημαντική αλλαγή της συμπεριφοράς του (παραίτηση από τη δουλειά ή αποχή από το σχολείο). Μια κρίση πανικού, όπως προείπαμε έρχεται χωρίς προειδοποίηση και χωρίς οποιοδήποτε προφανή λόγο. Είναι ξεκάθαρα εντονότερη από το απλό και κοινό συναίσθημα του άγχους που οι περισσότεροι άνθρωποι δοκιμάζουν και εκτός των άλλων συμπεριλαμβάνει και μια σειρά από τυπικά σωματικά συμπτώματα.
            Τα συνήθη σωματικά συμπτώματα είναι τα ακόλουθα:
1)αίσθημα ότι η καρδιά πάει να σπάσει
2)τρεμούλα
3)εφίδρωση
4)πόνος ή δυσφορία στο στήθος
5)αίσθημα ζάλης ή λιποθυμίας
6)φόβος ότι τρελαίνεται
7)φόβος ότι θα πεθάνει
            Η διαταραχή εμφανίζεται συνήθως στην εφηβεία και τα πρώτα χρόνια της ενήλικης ζωής, μπορεί ωστόσο να εμφανισθεί και στην παιδική ηλικία. Τα συμπτώματα των κρίσεων πανικού συχνά μιμούνται συμπτώματα σωματικών παθήσεων. Γι’ αυτό και τα άτομα που πάσχουν από κρίση πανικού μπορεί να σπεύσουν στο νοσοκομείο, πιστεύοντας ότι έπαθαν καρδιακή προσβολή, αναπνευστικό πρόβλημα κλπ. Μπορεί επίσης να φοβούνται ότι χάνουν την αίσθηση της πραγματικότητας. Έτσι τα άτομα με κρίσεις πανικού συχνά επισκέπτονται μέχρι και 10 διαφορετικούς ιατρούς, υποβάλλονται σε πολλές μη απαραίτητες εξετάσεις και υποφέρουν για πολλά χρόνια πριν να γίνει η σωστή διάγνωση. Στις περισσότερες περιπτώσεις η διάγνωση της διαταραχής πανικού δεν τίθεται παρά μόνο αφότου εξειδικευμένες ιατρικές εξετάσεις και διαδικασίες αποτύχουν να παρέχουν σωστή διάγνωση ή ανακούφιση από τα συμπτώματα. Έρευνες δείχνουν ότι μόνο ο ένας στους τέσσερις ασθενείς με διαταραχή πανικού, λαμβάνει τη θεραπεία που χρειάζεται. Είναι σημαντικό να είναι γνωστά τα συμπτώματα, να γίνει σωστή διάγνωση, ώστε να σιγουρευτεί κανείς ότι θα πάρει τη σωστή θεραπεία.
            Γι’ αυτό, λοιπόν, είναι σημαντικό να τονιστεί η σημασία της θεραπείας και αυτό γιατί οι επανειλημμένες κρίσεις πανικού μπορεί να επηρεάσουν σε σημαντικό βαθμό τη ζωή του ατόμου. Χωρίς θεραπεία οι κρίσεις ή οι προσπάθειες αποφυγής τους μπορεί να ελέγχουν ολοκληρωτικά τη ζωή ενός ατόμου. Επιπλέον, χωρίς θεραπεία, τα άτομα με διαταραχή πανικού μπορεί να συνεχίσουν να έχουν κρίσεις πανικού για πολλά χρόνια. Αυτό μπορεί να επηρεάσει σοβαρά τις σχέσεις τους με την οικογένεια, τους φίλους, τους συνομήλικους. Η ζωή τους μπορεί να αποκτήσει πολλούς περιορισμούς. Για παράδειγμα, το άτομο μπορεί να αρχίσει να αποφεύγει καταστάσεις που φοβάται ότι θα προκαλέσουν κρίση πανικού. Πολλά άτομα, επίσης  με διαταραχή πανικού παθαίνουν σοβαρή κατάθλιψη. Η Διαταραχή Πανικού μπορεί να αντιμετωπιστεί με επιτυχία, και οι πάσχοντες μπορούν να συνεχίσουν να ζουν μια πλήρη και ικανοποιητική ζωή. 

 Δείτε ένα σχετικό ενημερωτικό βίντεο:



       

Δευτέρα 5 Νοεμβρίου 2012

Ο ρόλος του πατέρα.






           Για πάρα πολλά χρόνια ο ρόλος του πατέρα στη φροντίδα του παιδιού είχε υποτιμηθεί και όλη η έμφαση είχε δοθεί στο μητρικό ρόλο. Ακόμα και η επιστήμη της ψυχολογίας, για πολύ καιρό αγνοούσε το ρόλο του στην οικογένεια και ειδικά στην ανάπτυξη του παιδιού. Ίσως γιατί πίστευαν ότι η επίδραση του έχει μικρότερη σημασία από εκείνη της μητέρας. Ωστόσο, αυτό το αρνητικό κλίμα για τον ρόλο του πατέρα αρχίζει ουσιαστικά να αλλάζει την δεκαετία του 1970, οπότε και οι έρευνες αρχίζουν να τονίζουν την συμβολή του στην ανάπτυξη και στο «μεγάλωμα» του παιδιού. Και τελικά, σήμερα η επιστήμη της ψυχολογίας έγκυρα πια λέει ότι η αλληλεπίδραση πατέρα-παιδιού είναι πολύ σημαντική και επηρεάζει είτε θετικά είτε  αρνητικά την προσωπικότητα του παιδιού.
            Τι υποστηρίζουν, λοιπόν, σήμερα οι έρευνες;
Τα παιδιά τα οποία έχουν έναν πατέρα που εμπλέκεται ενεργά στην φροντίδα τους, ακόμα και από την γέννηση, είναι παιδιά τα οποία αποκτούν συναισθηματική ασφάλεια, νιώθουν πιο σίγουρα να εξερευνήσουν τον κόσμο γύρω τους και καθώς μεγαλώνουν δημιουργούν καλές προσωπικές αλλά και κοινωνικές σχέσεις.
            Ο τρόπος που παίζουν οι μπαμπάδες με τα παιδιά τους έχει επίσης, σημαντική επίδραση στην συναισθηματική και κοινωνική ανάπτυξη του παιδιού. Οι μπαμπάδες συγκριτικά με τις μαμάδες, περνούν περισσότερο χρόνο παίζοντας παιχνίδια που είναι διαδραστικά και έντονα και τα οποία απαιτούν την ενεργητική συμμετοχή των παιδιών. Μέσα από τέτοιου είδους παιχνίδια τα παιδιά μαθαίνουν πώς να ελέγχουν και να προσαρμόζουν τα συναισθήματα αλλά και την συμπεριφορά τους.
            Επιπλέον, η ουσιαστική παρουσία και φροντίδα του πατέρα στη ζωή του παιδιού οδηγεί και σε καλύτερες μαθησιακές επιδόσεις. Η επιρροή της συμμετοχής του πατέρα εκτείνεται μέχρι την εφηβεία αλλά και την αρχή της ενήλικης ζωής. Αρκετές μελέτες έχουν δείξει ότι η ενεργητική συμμετοχή του πατέρα συνδέεται με καλύτερες νοητικές και λεκτικές ικανότητες αλλά και με γενικότερα ακαδημαϊκά επιτεύγματα κατά την περίοδο της εφηβείας.
            Οπωσδήποτε η έκταση της συμμετοχής των πατεράδων στην ανάπτυξη των παιδιών τα επηρεάζει σημαντικά. Τα παιδιά, που είναι παρόντες οι πατέρες τους χαρακτηρίζονται από αυξανόμενη γνωστική ικανότητα, λιγότερες φύλο-στερεοτυπημένες πεποιθήσεις και είναι πιο κοινωνικά. Ο γιος διδάσκεται πώς να γίνει πατέρας από τον ίδιο του τον πατέρα. Γνωρίζει τις σχέσεις του πατέρα του με τα άλλα αδέρφια του και παρακολουθεί προσεκτικά τον τρόπο που αντιδρά ο πατέρας απέναντι στον ίδιο.  Το κορίτσι μαθαίνει πως είναι ο άνδρας και πως συμπεριφέρεται ο πατέρας. Οι σχέσεις του πατέρα με την μητέρα προσφέρουν στα παιδιά την ευκαιρία να παρατηρούν όλες τις πλευρές της συμπεριφοράς τους σαν συζύγων. Ειδικά για το αγόρι ο πατέρας αποτελεί το πρότυπο που σαν μικρός το μιμείται και σαν μεγάλος θέλει να ταυτιστεί μαζί. Αντίθετα τα αγόρια που μεγαλώνουν χωρίς πατέρες φάνηκαν να έχουν προβλήματα στους τομείς της ανάπτυξης φύλο-ρόλου και γένος-ταυτότητας, σχολική απόδοση, ψυχοκοινωνική προσαρμογή και στον έλεγχο της επιθετικότητας. Με άλλα λόγια, η αυξανόμενη πατρική συμμετοχή στις οικογένειες βοηθάει την ομαλή ανάπτυξη των παιδιών.
Κλείνοντας, να τονίσουμε πως κανείς από τους δύο γονείς δεν μπορεί να αναπληρώσει τα καθήκοντα του άλλου. Το περιεχόμενο του ρόλου τους είναι ξεχωριστό, σημαντικό και απαραίτητο για την ψυχολογική ανάπτυξη του παιδιού. Ωστόσο, η συμμετοχή του πατέρα μπορεί να αυξηθεί με την μητρική υποστήριξη. Υποστηρίξτε, λοιπόν, ο ένας τον ρόλο του άλλου και αλληλοβοηθηθείτε ώστε να δημιουργηθεί το ανάλογο θετικό κλίμα μέσα στο σπίτι που θα σας βοηθήσει να δράσετε και να εκπληρώσετε τον ρόλο σας.

Πέμπτη 1 Νοεμβρίου 2012

Η παγίδα του ψυχαναγκασμού.

"Κάθε πρωί, πριν ξεκινήσετε για το γραφείο, ελέγχετε αν έχετε σβήσει τα φώτα, αν στάζουν οι βρύσες, αν έχετε κλείσει το θερμοσίφωνο, αν έχετε κλειδώσει τις πόρτες., καθαρίζετε το σπίτι επί ώρες ξανά και ξάνα. Μπορεί, πάλι, να θέλετε τα πράγματα τακτοποιημένα με το δικό σας τρόπο και να αντιλαμβάνεστε την παραμικρή αλλαγή στο χώρο σας. Συγγενείς και φίλοι σας θεωρούν λίγο ιδιότροπους, βρίσκουν τις συνήθειες σας αυτές άλλοτε αστείες και άλλοτε εκνευριστικές. Αποτελούν, όμως, τα παραπάνω απόδειξη ότι πάσχετε από ιδεοψυχαναγκαστική διαταραχή;"

    Η Ιδεοψυχαναγκαστική διαταραχή (ΙΨΔ),  ανήκει στις αγχώδεις διαταραχές, και είναι μια κατάσταση που μερικές φορές μπορεί να είναι αρκετά σοβαρή και να επιμένει για χρόνια. Το άτομο που πάσχει από ΙΨΔ παγιδεύεται από μιά σειρά επαναληπτικών σκέψεων και συνοδευτικών συμπεριφορών και που παρόλο ότι και το ίδιο αντιλαμβάνεται ότι δεν έχουν νόημα, νίωθει αναγκασμένο να τις κάνει και είναι πολύ δύσκολο να ξεπεραστούν.
    Τα συμπτώματα της ΙΨΔ μπορεί να κυμαίνονται από μέτρια έως και πολύ σοβαρά. Η σοβαρή συμπτωματολογία χωρίς θεραπεία είναι ικανή να καταστρέψει την δυνατότητα του ατόμου να λειτουργήσει ικανοποιητικά στην εργασία του, στο σχολείο ή ακόμη και στο σπίτι του. Τυπικά τα συμπτώματα της ΙΨΔ  αρχίζουν κατά την διάρκεια της εφηβείας ή της νεαρής ενήλικης ζωής, ωστόσο μπορεί να αρχίσουν ακόμη και από την παιδική ηλικία. Επειδή, λοιπόν, η ΙΨΔ μπορεί να επιφέρει μεγάλα προβλήματα στην υγιή ανάπτυξή ενός παιδιού, είναι πολύ σημαντικό, εάν επισημανθεί κάποιο πρόβλημα, να αναζητηθεί άμεσα βοήθεια.

    Ποια είναι τα χαρακτηριστικά της ΙΔΨ:
Α. Ιδεοληψίες: Οι ιδεοληψίες είναι ανεπιθύμητες σκέψεις ή εικόνες οι οποίες έρχονται ξαφνικά στο μυαλό του πάσχοντα από ΙΨΔ, χωρίς ο ίδιος να το θέλει. Οι σκέψεις αυτές είναι συνήθως ξένες προς την προσωπικότητα του, έχουν δυσάρεστο περιεχόμενο, και πάντα προκαλούν δυσφορία. Το πιο συχνό θέμα των ιδεοληψιών αφορά πιθανή μόλυνση. Σε αυτή την περίπτωση το άτομο φοβάται έντονα ότι μπορεί να κολλήσει μικρόβια ακόμα και με το παραμικρό. Άλλο συχνό θέμα είναι αυτό που αφορά σκέψεις αμφιβολίας που φτάνει σε παθολογικά επίπεδα, π.χ. το άτομο μπορεί να αμφιβάλλει για το αν έκλεισε την βρύση, τον θερμοσίφωνα, το μάτι της κουζίνας και γενικά αμφιβολία για πράγματα που θα μπορούσαν δυνητικά να βλάψουν τον εαυτό ή τους άλλους.

Β. Ψυχαναγκασμοί:
Οι ψυχαναγκασμοί έχουν να κάνουν με επαναληπτικές και επίμονες πράξεις που στόχο έχουν να μειώσουν το άγχος που συνδέεται με τις ιδεοληψίες τους. Οι ψυχαναγκασμοί ποτέ δεν προκαλούν από μόνοι τους ευχαρίστηση. Το άτομο όμως νιώθει αναγκασμένο να κάνει την ψυχαναγκαστική πράξη γιατί έτσι πιστεύει ότι θα του φύγει το άγχος. Για πράδειγμα, αν το άτομο έχει ιδεοληψίες μόλυνσης νιώθει αναγκασμένο να πλένει τα χέρια πολλές φορές μέσα στη μέρα, ακόμα και αν δεν έχει πιάσει κάτι. Οι ιδεοληψίες αμφιβολίας συνοδεύονται από ψυχαναγκασμούς ελέγχου. Έτσι το άτομο ελέγχει πάρα πολλές φορές εάν έκλεισε το μάτι της κουζίνας ή τον θερμοσίφωνα κλπ. Άλλοι συχνοί ψυχαναγκασμοί είναι: το μέτρημα (που πολλές φορές συνοδεύει άλλους καταναγκασμούς όπως το πλύσιμο των χεριών), η επανάληψη συγκεκριμένων λέξεων ή φράσεων, οι συχνές ερωτήσεις επιβεβαίωσης προς τους άλλους.

    Πότε χρειάζεται να αναζητηθεί βοήθεια;
-Όταν τα συμπτώματα είναι έντονα, έχουν διάρκεια, δεν έχουν ρεαλιστική βάση και εμποδίζουν την ομαλή, καθημερινή ζωή.
- Όταν όλη η ενέργεια του ατόμου αναλώνεται σε ανεδαφικές σκέψεις και πράξεις.
- Όταν τα συμπτώματα δεν τον αφήνουν να συγκεντρωθεί και να αποδώσει στην εργασία του ή στο σχολείο.
- Όταν δυσκολεύεται να επικοινωνήσει με τους άλλους και διακόπτει τις σχέσεις με φίλους και συγγενείς.

Τρίτη 30 Οκτωβρίου 2012

Και τα παιδιά έχουν άγχος...




Σε πολλούς ακούγεται περίεργο να έχουν άγχος τα μικρά παιδιά. Σκέφτονται ότι τα παιδιά δεν έχουν έννοιες, όλα τους τα εξασφαλίζουν οι γονείς, άρα γιατί να αγχώνονται; Και όμως, όπως θα δούμε παρακάτω υπάρχουν λόγοι που μπορεί να αγχώσουν ένα μικρό παιδί.

Λόγοι άγχους στην παιδική ηλικία

Τα βρέφη και τα παιδιά προσχολικής και σχολικής ηλικίας βιώνουν το άγχος του αποχωρισμού. Δηλαδή νιώθουν ανασφάλεια, όταν απομακρύνονται από τους γονείς τους και φοβούνται να μείνουν μόνα σε ανοίκεια περιβάλλοντα. Επιπλέον, άλλες πηγές άγχους μπορεί να είναι η γέννηση ενός αδερφού, η φοίτηση σε ένα παιδικό σταθμό, μια μετακόμιση, ή και την αλλαγή σχολείου, επίσης μπορεί να έχουν διάφορους φόβους, καθώς δεν είναι ακόμη ξεκάθαρη η διάκριση της φαντασίας από την πραγματικότητα.
Πως θα καταλάβουμε ότι το παιδί βιώνει άγχος;
Οι αλλαγές και οι μεταπτώσεις στη διάθεση και τη συμπεριφορά είναι ενδείξεις άγχους. Μπορεί τα παιδιά να παλινδρομήσουν σε συμπεριφορές μικρότερων ηλικιών, όπως να βρέχουν το κρεβάτι τους, φάγωμα νυχιών, μπορεί να κλαίνε υπερβολικά ή να παρουσιάζουν προσκόλληση σε αγαπημένα πρόσωπα. Ένα ήσυχο παιδί ίσως παρουσιάζει εκρήξεις θυμού, ενώ ένα εξωστρεφές και δραστήριο παιδί απομονώνεται. Άλλο σύμπτωμα του άγχους  μπορεί να είναι η έλλειψη αυτοσυγκέντρωσης και η χαμηλή απόδοση, όπως και η απώλεια ενδιαφέροντος για δραστηριότητες. Η αντιδραστική συμπεριφορά, τα ψέματα, εκρήξεις θυμού ή ξαφνικής οργής και αποφυγή κοινωνικής επαφής.
Επειδή είναι δύσκολο να διακρίνουμε το άγχος σε ένα παιδί και μπορεί και να παρερμηνευθεί καλό είναι να ελέγχουμε πρώτα τυχόν καταστάσεις  που κάνουν το παιδί να νιώθει ότι είναι αδύναμο να τις αντιμετωπίσει. 
Πως μπορώ να το αντιμετωπίσω;
Παρακάτω ακολουθούν κάποιες απλές συμβουλές για το τι θα μπορούσαν να κάνουν οι γονείς μόνοι τους για να βοηθήσουν τα παιδιά τους.

1)To άγχος είναι μέρος της ζωής μας κινητοποιεί και μας κρατά σε εγρήγορση, μπορεί όντως να αποτελέσει πηγή βελτίωσης του εαυτού μας γι αυτό είναι σημαντικό να μην υπερπροστατεύουμε τα παιδιά προσπαθώντας να τα κρατήσουμε μακριά από οποιαδήποτε επαφή με στρεσογόνες πηγές.
2)Δεύτερο σημαντικό στοιχείο είναι να μάθουμε στο παιδί να αντιμετωπίζει και να βρίσκει μόνο του λύσεις για τα θέματα που το απασχολούν, αντί να του παρέχουμε έτοιμη λύση, και να το βοηθάμε να ανακαλύπτει τρόπους εκτόνωσης.
3)Παρόμοιες βέβαια αποτελεσματικές στρατηγικές αντιμετώπισης του άγχους χρειάζεται να έχουν και οι ίδιοι οι γονείς. Είναι συχνό φαινόμενο υπερβολικά αγχώδεις γονείς να παραπονιούνται για παρόμοια αγχώδεις συμπεριφορές του παιδιού, χωρίς να αναγνωρίζουν τη δική τους συμβολή σε αυτό.
4)Να ενθαρρύνουμε το παιδί να έχει εμπιστοσύνη στον εαυτό του, δείξτε του κατανόηση αγάπη και ενδιαφέρον εξάλλου το άγχος δημιουργείται από μια αίσθηση αδυναμίας να αντιμετωπίσουμε όσα συμβαίνουν, γι αυτό είναι σημαντικό να πιστεύουμε καταρχήν στην αξία μας.
5)Tέλος να μη διστάζετε να απευθυνθείτε πρώτα εσείς οι ίδιοι σε  ψυχολόγο, αν νιώθετε ότι τα πράγματα δυσκολεύουν και δεν μπορείτε να επικοινωνήσετε με το παιδί, και σε μεγαλύτερες ηλικίες να το ενθαρρύνετε να ζητά βοήθεια και το ίδιο, αντί να κλείνεται στον εαυτό του εφόσον όλοι χρειαζόμαστε στήριξη σε κάποιες δύσκολες στιγμές.