Τετάρτη 3 Ιουλίου 2013

Πότε να ξεκινήσει το παιδί τα Αγγλικά;

       



         Πολλοί είναι οι γονείς που αναρωτιούνται πια είναι η κατάλληλη ηλικία για να αρχίσει το παιδί τους την εκμάθηση μιας ξένης γλώσσας. Η γνώση τουλάχιστον μιας ξένης γλώσσας έχει γίνει πλέον απαραίτητη και αυτό είναι κάτι που αγχώνει ακόμα περισσότερο τους γονείς. Ωστόσο, αυτό που πρέπει να γίνει σαφές αρχικά, είναι ότι δεν υπάρχει η κατάλληλη συνταγή για το πότε θα στείλουμε το παιδί μας σε φροντιστήριο για να μάθει να μιλάει την πρώτη του ξένη γλώσσα. Δεν υπάρχει αυστηρά κάποια συγκεκριμένη περίοδος στη ζωή του παιδιού, που πρέπει να ξεκινήσει την εκμάθηση μιας ξένης γλώσσας.
            Υπάρχουν παιδιά που έρχονται σε επαφή με μια δεύτερη ξένη γλώσσα πέρα από τη μητρική τους πολύ πριν τα 4 - 5 χρόνια τους. Μερικά από αυτά μάλιστα μαθαίνουν λέξεις παράλληλα με τη μητρική. Αυτό συμβαίνει κυρίως σε δίγλωσσα παιδιά που οι γονείς τους μιλάνε διαφορετική γλώσσα και συνεπώς χρησιμοποιούν και τις δυο γλώσσες στην καθημερινότητά τους. Πριν από την ηλικία των 6 χρόνων το παιδί μπορεί να μιμηθεί πολύ καλά τους ήχους, να προσέχει τις κινήσεις του στόματος σας και τις εκφράσεις του προσώπου σας. Συνεπώς ήδη από την ηλικία των 2 χρόνων μπορείτε να αρχίσετε να το εξοικειώνετε με λέξεις της ξένης γλώσσας. Αυτό μπορεί να γίνεται στον καθημερινό διάλογο με το παιδί σας, με τραγουδάκια και με ειδικά παιχνίδια δραστηριοτήτων για εκμάθηση ξένων γλωσσών από μικρά παιδιά.
            Ωστόσο αυτό που πρέπει να γίνει ξεκάθαρο είναι για τί είδους μαθήματα μιλάμε: αν οι γονείς θέλουν μια απλή εξοικείωση του παιδιού τους με τα Αγγλικά, η οποία βασίζεται αποκλειστικά στο προφορικό λόγο και στη κίνηση (λεκτικά παιχνίδια, τραγούδια), τότε αυτό μπορεί να γίνει από αρκετά μικρή ηλικία (4-6 ετών). Αν όμως οι γονείς επιζητούν την εκκίνηση πλήρων μαθημάτων, τα οποία περιλαμβάνουν και διδασκαλία του γραπτού λόγου σε συνδυασμό με τον προφορικό, τότε πρέπει να λάβουν υπόψη τους την νοητική ανάπτυξη του παιδιού τους. Δεδομένου των σταδίων νοητικής ανάπτυξης, τα παιδιά που βρίσκονται στις πρώτες τάξεις του δημοτικού (συνήθως μετά την δευτέρα), είναι περισσότερο έτοιμα και πιο ώριμα για να ξεκινήσουν να μαθαίνουν μια ξένη γλώσσα. Κι αυτό γιατί πλέον έχουν περάσει και εμπεδώσει τα αρχικά στάδια εκμάθησης της μητρικής τους γλώσσας. Έχουν ήδη μάθει βασικούς κανόνες χρήσης της μητρικής τους και συνεπώς θα τους είναι πιο εύκολο να αρχίσουν να αφομοιώνουν και μια δεύτερη γλώσσα.
            Καλό είναι επίσης, να καταλαβαίνουμε τις ανάγκες του παιδιού και να ακούμε τις ανησυχίες του και με βάση το χαρακτήρα που θα έχει διαμορφώσει θα πάρουμε τη σωστή απόφαση. Οι ανάγκες, οι δυνατότητες και η όρεξη του παιδιού για μάθηση είναι βασικά κριτήρια, για να αποφασίσει ο γονιός πότε θα στείλει το παιδί του για να μάθει μια ξένη γλώσσα. Προσπαθήστε να κάνετε το παιδί να αγαπήσει τη νέα γλώσσα που ξεκινά να μαθαίνει και να μην νιώθει ότι το κάνει επειδή του το επιβάλλουν οι άλλοι. Τα μαθήματα θα πρέπει να είναι ευχάριστα, ώστε να του κινούν την περιέργεια, τη σκέψη και τη φαντασία του. Όσο είναι ακόμα μικρό όλη η διαδικασία εκμάθησης μπορεί να είναι ένα παιχνίδι.



Πέμπτη 27 Ιουνίου 2013

Διαταραχή Μετά Από Ψυχοτραυματικό Στρες



Η διαταραχή μετατραυματικού στρες είναι η αγχώδης διαταραχή η οποία εμφανίζεται σε άτομα που βίωσαν, είδαν ή άκουσαν ένα τραυματικό γεγονός να συμβαίνει. Το άτομο κατανόησε το γεγονός ως ιδιαίτερα απειλητικό για τη ζωή του ή τους άλλους με αποτέλεσμα να αισθανθεί έντονο φόβο, τρόμο και αδυναμία να ανταποκριθεί. Η διαταραχή του ψυχοτραυματικού στρες εμφανίστηκε μετά τον πόλεμο του Βιετνάμ και αποτελεί χαρακτηριστική διαταραχή των πολεμιστών που συμμετείχαν σε αυτό.  
Τα γεγονότα που μπορούν να χαρακτηριστούν ως τραυματικά είναι οι φυσικές καταστροφές πχ σεισμοί, πυρκαγιές, πλημμύρες, οι καταστροφές που προκαλούνται από τον άνθρωπο πχ βίαιες επιθέσεις, σεξουαλική κακοποίηση, βιασμός, τρομοκρατικές επιθέσεις, βασανιστήρια, πόλεμος, πολιτική βία, τα ατυχήματα πχ αυτοκινητικά, αεροπορικά, ναυάγια και η διάγνωση θανατηφόρας ασθένειας ή ο ξαφνικός θάνατος οικείου προσώπου. 


Τα συμπτώματα: 
  • Αρχικά, παρουσιάζεται μία υπερδιέγερση, με τη μορφή ταχυκαρδίας, ιδρώτα, δύσπνοιας, υπερέντασης, ακατάστατων σκέψεων και γενικευμένης ανησυχίας. Επίσης, εκδηλώνονται συναισθήματα φόβου, ανημπόριας ή τρόμου και όσον αφορά στα παιδιά αποδιοργανωμένη ή ευερέθιστη συμπεριφορά. Στη συνέχεια, πιθανώς το άτομο βιώνει μία κατάσταση αποκοπής από την πραγματικότητα – σαν να ζει σε όνειρο – ή αρνείται το γεγονός ή το ξεχνά ή συμπεριφέρεται σαν να μην το απασχολεί καθόλου. 
  • Επιπλέον, συνεχής αναβίωση του τραυματικού γεγονότος, με τη μορφή αναμνήσεων, εικόνων, σκέψεων, επαναλαμβανόμενων εφιαλτών, αίσθηση του ότι το γεγονός επαναλαμβάνεται. Επίσης το άτομο εμφανίζει και σωματικές αντιδράσεις κατά την επαφή με ο,τιδήποτε μπορεί να θυμίζει το γεγονός. Στα παιδιά, η συνεχής αναβίωση μπορεί να γίνει εμφανής μέσω του παιγνιδιού.
  • Ακόμη, επίμονες προσπάθειες αποφυγής των ερεθισμάτων, που συσχετίζονται με το τραύμα και συναισθηματικό «μούδιασμα». Λόγου χάρη, μετά από κάποιο ατύχημα ίσως το άτομο να μην θέλει να μπει ξανά στο αυτοκίνητο, ή να κλείνει την τηλεόραση όταν έχει σκηνές συγκρούσεων.
  • Τα μικρότερα παιδιά ενδέχεται να παρουσιάσουν συμπεριφορές παλινδρόμησης, όπως ενούρηση, εγκόπριση γκρίνια, ύπνο στο κρεβάτι των γονιών. Πολλά παιδιά ακόμη, μπορεί να εκδηλώσουν άγχος αποχωρισμού ή φόβους θανάτου, δικού τους ή των γονιών τους, αλλά και συχνά να αναφέρουν σωματικά συμπτώματα, όπως πονοκεφάλους, κοιλιακούς πόνους και ζαλάδες, τα οποία δεν οφείλονται σε υποκείμενη ιατρική κατάσταση


Οι Παράγοντες που Ενισχύουν την Ανάπτυξη της Διαταραχής Μετά Από Ψυχοτραμαυτικό Στρες
  • Ηλικία πχ παιδιά και ηλικιωμένοι, προηγούμενα τραυματικά γεγονότα, πρόσφατες αλλαγές στην ζωή του ατόμου πχ απώλεια εργασίας, ψυχιατρικά προβλήματα, σωματικές ασθένειες.
  • Επαναλαμβανόμενες τραυματικές εμπειρίες που σχετίζονται με απειλή και τραυματισμό, απώλεια οικείου προσώπου εξαιτίας τραυματικού γεγονότος, η μη ρεαλιστική αντίληψη του ατόμου για την προσωπική του ευθύνη.
  • Η ένταση των αντιδράσεων του ατόμου μετά από το τραυματικό γεγονός, ο τρόπος αντιμετώπισης του προβλήματος, η κοινωνική υποστήριξη και βοήθεια. Στα παιδιά, η λειτουργικότητα μετά από το τραυματικό γεγονός εξαρτάται από την συμπεριφορά και την ανησυχία των γονέων.


Η Επαγγελματική Βοήθεια
Όταν οι ενήλικες εμφανίζουν τα συμπτώματα πολύ καιρό και όταν τα παιδιά παρουσιάζουν θυμό, επιθετική συμπεριφορά, προβλήματα στο σχολείο, απόσυρση, υπερενασχόληση με το τραυματικό γεγονός, άγχος και συναισθηματικές δυσκολίες τότε είναι απαραίτητη η βοήθεια από έναν ειδικό θεραπευτή.


Βιβλιογραφικές αναφορές:
DSM-IV, American Psychiatric Association, 1994.

Τρίτη 25 Ιουνίου 2013

26 Ιουνίου: Παγκόσμια Ημέρα κατά των Ναρκωτικών

   



       Τα ναρκωτικά είναι εθιστικές ουσίες που περιορίζουν την ελευθερία και υποσκάπτουν τη ζωή. Είτε ξέρεις γι' αυτά είτε όχι, είτε τα έχεις δοκιμάσει είτε όχι, αργά ή γρήγορα θα τα βρεις μπροστά σου. Καλό είναι τότε να έχεις όλη την απαραίτητη πληροφόρηση για τα ναρκωτικά,ώστε να αποφασίσεις από μόνος σου αν σου χρειάζονται ή όχι.

Για να σκέφτεσαι ελεύθερα και να δρας ελεύθερα πρέπει πρώτα να γνωρίζεις. Γιατί το κλειδί της ελευθερίας είναι η γνώση.

Η ζωή είναι ένα υπέροχο δώρο, γεμάτη από μικρά και μεγάλα θαύματα. Αξίζει να τη ζήσεις. Αν αυτό το λησμονήσεις, ίσως δραπετεύσει. Και η δραπέτευση μιας ζωής είναι αμαρτία.




Πηγή: "Σώος και αβλαβής από...τα ναρκωτικά". Εκδόσεις Κέδρος

Η μετάβαση από το Δημοτικό στο Γυμνάσιο



Έφτασε σχεδόν η ώρα, που κάποιοι την περίμεναν, άλλοι την προσδοκούσαν και άλλοι την φοβόντουσαν. Το πρώτο κεφάλαιο της εκπαιδευτικής ζωής των μαθητών της έκτης δημοτικού κλείνει. Μετά όμως από ένα τέλος υπάρχει πάντα μια καινούργια αρχή. Η ένταξη του παιδιού στο γυμνάσιο είναι το πρώτο βήμα για τη μετάβαση από την παιδική στην εφηβική ηλικία, είναι ένα στάδιο μεταβατικό. Το παιδί βιώνει έντονα και ανάμεικτα συναισθήματα. Άγχος, αγωνία, χαρά, περιέργεια, φόβο για το άγνωστο, δυσκολία.

Πηγαίνοντας στο Γυμνάσιο, το παιδί θα βιώσει πληθώρα αποριών για το νέο άνοιγμα της ζωής του και προβληματισμούς. Η δύναμη της παρέας των συνομηλίκων, η τάση για μίμηση των άλλων από φόβο μην απορριφθεί από την παρέα θα είναι εκεί και θα τα συναντήσουν όλα τα παιδιά. Ωστόσο, πηγαίνοντας στο Γυμνάσιο τα παιδιά θα «κτίσουν» επίσης νέες αναμνήσεις και εμπειρίες, εξίσου πολύτιμες. Ο μαθητής κατά τη μετάβαση του από το Δημοτικό στο Γυμνάσιο ωθείται από εσωτερικά κίνητρα (ανάγκη για περισσότερη μόρφωση - αύξηση γνώσεων, νέες γνωριμίες - εμπειρίες, καλύτερο μέλλον, συμμετοχή στη νέα σχολική ζωή). Φθάνοντας όμως στο Γυμνάσιο ο μαθητής ενεργοποιείται για να αντιμετωπίσει από το ένα μέρος το άγνωστο, νέο σχολικό περιβάλλον με τις οργανωτικολειτουργικές του διαφορές αλλά και από το άλλο, τις απότομες ψυχοβιολογικές αλλαγές της προεφηβείας.
 Όταν τα παιδιά φτάσουν στην ηλικία των δώδεκα ετών, όταν είναι έτοιμα να φύγουν από το δημοτικό για το γυμνάσιο, θα πρέπει, πέρα από τις όποιες γνώσεις έχουν κατακτήσει στο δημοτικό, να είναι και συναισθηματικά και ψυχολογικά έτοιμα για τη νέα πρόκληση που θα αντιμετωπίσουν. Η ιδέα του γυμνασίου δεν πρέπει να βιώνεται ως κάτι το τρομακτικό αλλά σαν μια συνέχεια του δημοτικού με κάποιες ιδιαίτερες διαφορές.

Συμβουλές για γονείς:
 
            Ενθάρρυνση του παιδιού να αναλαμβάνει κάποιες πρωτοβουλίες και ευθύνες (πχ. πρωτοβουλίες σε απλά καθημερινά θέματα του σπιτιού).
            Η υπερπροστασία έχει ως αποτέλεσμα να μην αφήνει ιδιαίτερα περιθώρια ανάπτυξης πρωτοβουλίας στο παιδί με αποτέλεσμα και πάλι να το οδηγούμε στη διαμόρφωση αδύνατου χαρακτήρα, με έλλειψη εμπιστοσύνης στις δικές του δυνάμεις.
            Είναι πολύ σημαντικό να τα ενθαρρύνουμε. Να τους δίνουμε την αίσθηση ότι αξίζουν και ότι μπορούν να βάλουν στόχους και να τα καταφέρουν. Οφείλουμε να καλλιεργήσουμε την αυτοπεποίθηση τους, έτσι ώστε να ενισχυθεί η γενικότερη αυτό-εικόνα τους.
            Αν τα πράγματα δυσκολεύουν ή δε βελτιώνονται, οι γονείς μπορούν να ζητήσουν μια εξειδικευμένη βοήθεια. Αν το παιδί εκδηλώνει υπερβολική ανησυχία, εάν υπάρχει σημαντικό άγχος στην οικογένεια, αν η απουσία από το σχολείο παρατείνεται, η οικογένεια και το σχολείο καλό είναι να μιλήσουν με εξειδικευμένους επιστήμονες οι οποίοι εξετάζοντας το παιδί μπορούν να δώσουν στους γονείς αλλά και στους δασκάλους συμβουλές για την αντιμετώπιση των σχολικών προβλημάτων του παιδιού.

Πέμπτη 20 Ιουνίου 2013

Ήρθε το καλοκαίρι...έτοιμοι για κατασκήνωση;;




      Το καλοκαίρι έφτασε και η μέρα που το παιδί θα ξεκινήσει τις καλοκαιρινές του διακοπές σε κάποια κατασκήνωση δεν είναι πολύ μακριά. Στις περισσότερες περιπτώσεις αυτός ο αποχωρισμός είναι ευχάριστος για το παιδί, γιατί συνδέεται με ξεκούραση, εκτόνωση και νέες φιλίες. Ωστόσο, δεν είναι σπάνιο ένας τέτοιος αποχωρισμός να συνοδευθεί από άγχος, ανασφάλεια και άλλα αρνητικά συναισθήματα. Είναι σημαντικό, λοιπόν, οι γονείς να κάνουν πιο εύκολες τις στιγμές του αποχωρισμού και να βοηθήσουν το παιδί να αποκτήσει εμπιστοσύνη στον εαυτό του και στο νέο του περιβάλλον.
        Αρχικά, αξίζει να τονίσουμε ότι η καλύτερη ηλικία για να πάει ένα παιδί στην κατασκήνωση είναι μετά τα 6 ή 7 του χρόνια. Σε αυτήν την ηλικία έχει ήδη πραγματοποιηθεί η πρώτη κοινωνική ένταξη του παιδιού στο σχολικό περιβάλλον, ξέρει να αυτοεξυπηρετείται, μπορεί να κάνει πράγματα μόνο του, μπορεί να υπακούει σε κανόνες και να ακολουθεί οδηγίες.
         Παρακάτω,λοιπόν, ακολουθούν κάποιες συμβουλές που πιθανά να βοηθήσουν στην ομαλότερη προσαρμογή του παιδιού στη νέα αυτή εμπειρία.

1) Φροντίστε να επισκεφθείτε μαζί με το παιδί τις εγκαταστάσεις πριν την ημέρα έναρξης των διακοπών έτσι ώστε να εξοικειωθεί με τον χώρο.
2) Καλό είναι να επιλέξετε μια κατασκήνωση όπου ξέρετε ότι το παιδί σας θα βρει φίλους ή πρόσωπα που γνωρίζει ήδη. Γενικά η παρουσία ενός φίλου, συμμαθητή ή συγγενή μπορεί να βοηθήσει το παιδί να ξεπεράσει την αμηχανία των πρώτων ημερών πιο εύκολα.
3) Εξηγήστε του κάθε πότε θα το παίρνετε τηλέφωνο και κάθε πότε θα το επισκέπτεστε. Θα μπορούσατε επίσης να του δώσετε μια τηλεκάρτα για να μπορεί να επικοινωνεί μαζί σας όποτε νιώσει μοναξιά ή ανασφάλεια.
4) Συζητείστε τις τυχόν ανησυχίες του. Ακούστε προσεχτικά τις ερωτήσεις του και απαντήσετε σε αυτές όσο αυτονόητες ή ασήμαντες κι αν σας φαίνονται.
5) Αν το παιδί σας παραπονιέται ότι δεν περνάει καλά, μην βιαστείτε να το πάρετε πίσω. Αυτό είναι κάτι σύνηθες ειδικά τις πρώτες μέρες της κατασκήνωσης. Μιλήστε με τον ομαδάρχη που θα σας εξηγήσει ακριβώς πώς είναι τα πράγματα, εκείνος επίσης μπορεί να βοηθήσει το παιδί και να το διευκολύνει στην προσαρμογή του. Αν όμως το παιδί  συνεχίσει να παραπονιέται και είναι πραγματικά στενοχωρημένο και αναστατωμένο, πρέπει να το πάρετε.
6) Αποχαιρετήστε το με τρυφερότητα και αποφασιστικότητα. Κάντε του σαφές με κάθε τρόπο ότι εμπιστεύεστε την ικανότητα του να τα βγάζει πέρα μόνο του.
            Τέλος, να θυμόσαστε ότι η κατασκήνωση είναι κάτι παραπάνω από διακοπές. Η κατασκήνωση είναι εμπειρία μάθησης. Η κατασκήνωση βοηθά το παιδί να περάσει καλά, να ξεκουραστεί αλλά και να «εργαστεί». Στην κατασκήνωση ένα παιδί μαθαίνει να δουλεύει ομαδικά, να συνεργάζεται με άλλα παιδιά και αρχίζει να αποκτά μία αίσθηση ότι η ζωή επεκτείνεται και πέρα από το σπίτι και το σχολείο.





Δευτέρα 17 Ιουνίου 2013

Η κλεπτομανία στο παιδί



Πώς εκδηλώνεται η κλεπτομανία στο παιδί;
Η φύση και η βαρύτητα της κλεπτομανίας διαφέρει από το παιδί στον ενήλικo διότι τα παιδιά είναι εκ φύσεως λιγότερο λογικά και περισσότερο παρορμητικά.
Τα παιδιά κλέβουν για να κατακτήσουν ένα αντικείμενο, ένα σύμβολο, μια βαθύτερη ανάγκη του εαυτού. Η μοναξιά, η χαμηλή αυτοεκτίμηση, η πίστη ότι δεν τα αγαπάνε, η ανασφάλεια, το αίσθημα απόρριψης, η έντονη ανάγκη αποδοχής, είναι συνήθη κίνητρα της κλεπτομανίας.
Συνεπώς όταν το παιδί κλέβει, δεν κλέβει το αντικείμενο αυτό καθαυτό, αλλά το συναίσθημα που συνοδεύει την απόκτησή του.
Το παιδί που κλέβει δυσκολεύεται να αντισταθεί στις εσωτερικές του παρορμήσεις. Στην πραγματικότητα δεν χρειάζεται αυτά που κλέβει, συνήθως μάλιστα πρόκειται για άχρηστα και περιττά αντικείμενα. Κυριαρχεί μέσα του μια άρρητη επιταγή που του λέει «πάρε ό,τι μπορείς κρυφά», «γέμισε το κενό γρήγορα», μια ανάγκη στην οποία στηρίζεται ο συναισθηματικός κόσμος του παιδιού.
Το παιδί που κλέβει μπορεί να είναι ψυχαναγκαστικό, να δυσκολεύεται να καταλάβει ότι η πράξη του είναι μη επιτρεπτή. Νιώθει μια αυξημένη ένταση πριν κλέψει και κατά τη διάρκεια της κλοπής η ένταση γίνεται ικανοποίηση και ευχαρίστηση.
Εχει δυσκολία να μοιράζεται τα προσωπικά του αντικείμενα, επιμονή να κρύβει τα παιχνίδια του, λέει συχνά ψέματα και εκδηλώνει έντονο και δυσανάλογο ενδιαφέρον για αντικείμενα που ανήκουν σε άλλους ή που βλέπει στα καταστήματα.
Πώς προτείνετε στους γονείς να αντιμετωπίσουν την κλεπτομανία στο παιδί τους;
Οι περισσότεροι γονείς νιώθουν μέσα τους ιδιαίτερα στιγματισμένοι όταν το παιδί τους κλέβει. Μπορεί να φοβούνται λανθασμένα ότι το παιδί τους θα εξελιχθεί σε έναν επικίνδυνο και αντικοινωνικό ενήλικο.
Εγκλωβίζονται συχνά σε δυσεπίλυτα συναισθήματα θυμού, ενοχών, απόγνωσης και αμφιθυμίας απέναντι στο παιδί τους, αποκρύπτοντας το πρόβλημα από τους δασκάλους και το υπόλοιπο περιβάλλον.
Το αποτέλεσμα είναι η χρήση αναποτελεσματικών και δυνάμει επικίνδυνων μεθόδων διαπαιδαγώγησης, όπως η τιμωρητικότητα, ο εξευτελισμός του παιδιού, το να το αποκαλούν «κλέφτη», που συντηρούν αντί να «θεραπεύουν» τη συμπεριφορά.
 Ο γονιός θα πρέπει να καταλάβει ότι το παιδί που κλέβει έχει συναισθηματικά κίνητρα και ελλείψεις και θα πρέπει πρωτίστως να τα αναγνωρίσει και να τα σεβαστεί. Θα πρέπει στη συνέχεια να μάθουν στο παιδί τους να βάζει όρια στη συμπεριφορά του και να κατανοεί τόσο την ηθική διάσταση της κλοπής όπως και τις συνέπειές της.
Χρησιμοποιώντας απτή γλώσσα, είναι σημαντικό να βοηθήσουν το παιδί να μάθει την έννοια της ιδιοκτησίας και να επιστρέφει πάντα αυτό που πήρε ζητώντας συγγνώμη.
Ο καθημερινός συναισθηματικός διάλογος ανάμεσα στον γονιό και στο παιδί κρίνεται απαραίτητος όπως και η διάθεση να ενδυναμώσουν την αυτοεκτίμησή του.
Η ψυχοθεραπευτική στήριξη από παιδοψυχολόγο μπορεί να είναι ιδιαίτερα βοηθητική όταν η κλεπτομανία στο παιδί είναι διαρκής, επαναλαμβανόμενη και ανθεκτική στον χρόνο. 

Πηγή: tanea.gr

Πέμπτη 13 Ιουνίου 2013

Πρώιμες Ενδείξεις Μαθησιακών Δυσκολιών

         



       Η δυσλεξία είναι μια μαθησιακή δυσκολία, η οποία καθυστερεί ή εμποδίζει την εκμάθηση γραφής και ανάγνωσης σε παιδιά που έχουν όλες τις ικανότητες και δυνατότητες για τις εργασίες αυτές. Είναι λοιπόν ιδιαίτερα σημαντικό για τους γονείς να γνωρίζουν τα πρώτα σημάδια της μαθησιακής δυσκολίας ώστε να ζητήσουν την απαιτούμενη βοήθεια το συντομότερο δυνατόν. Μερικές τέτοιες ενδείξεις στο παιδί κατά την προσχολική και την πρώτη σχολική ηλικία είναι οι εξής:

1)Καθυστέρηση στην ομιλία. Τα παιδιά που πιθανόν να εκδηλώσουν δυσλεξία πιθανόν δεν θα αναπτύξουν λόγο ακόμα και με τη μορφή απλών λέξεων πριν από την ηλικία των 15 μηνών, και συνεπώς δεν θα μπορούν να μιλήσουν με φράσεις ακόμα και μετά τα δεύτερα γενέθλια τους. Συνήθως, όμως αυτή η καθυστέρηση είναι μέτριας μορφής και γι’ αυτό οι γονείς τείνουν να την παραβλέπουν και να την αποδίδουν σε κληρονομικότητα. (π.χ.«Και εγώ άργησα να μιλήσω αλλά δεν παρουσίασα δυσκολίες»). Ωστόσο μια φαινομενικά αθώα καθυστέρηση στην ομιλία, μπορεί να αποτελέσει το πρώτο σημάδι για μελλοντικές δυσκολίες.
2)Παρουσιάζει «μη ευαισθησία στην ομοιοκαταληξία» (insensitivity to rhyme). Συνήθως τα παιδιά προσχολικής ηλικίας διασκεδάζουν με παιδικά ποιηματάκια και είναι επίσης ικανά να επαναλάβουν αυτό που ακούνε. Ωστόσο, τα δυσλεκτικά παιδιά δυσκολεύονται να κατανοήσουν τους ήχους των λέξεων, συνεπώς είναι λιγότερο ευαίσθητα στην ομοιοκαταληξία. Η οικειότητα του παιδιού με τα παιδικά ποιηματάκια τείνει να γίνει μία από τις σημαντικότερες πρώτες ενδείξεις της μελλοντικής ή μη επιτυχίας του παιδιού στην ανάγνωση.
3)Δυσκολίες στην γραφή: δυσκολεύεται να μάθει να κρατά σωστά το μολύβι, να μάθει να γράφει το όνομα του, να προσανατολιστεί στο χαρτί, δυσκολεύεται να ζωγραφίσει μέσα σε πλαίσιο, να αντιγράψει σχήματα, κάνει φωνολογικά λάθη κατά την γραφή (δηλαδή αντιστρέφει, αντικαθιστά, παραλείπει, προσθέτει, αντιμεταθέτει γραφήματα, συλλαβές ή και ολόκληρες λέξεις) και επίσης δυσκολεύεται να μάθει τους τόνους και τα σημεία στίξης.
4)Δυσκολεύεται με τις προ-μαθηματικές έννοιες π.χ. μεγάλο - μικρό, πολλά-λίγα, μέσα-έξω, και αργότερα δυσκολεύεται να μάθει τους αριθμούς και να αντιστοιχεί τις ποσοτικές έννοιες με το αριθμητικό τους σύμβολο.
5)Παρουσιάζει δυσκολίες στον προσανατολισμό στον χώρο π.χ. μπερδεύει τις έννοιες πάνω-κάτω, μπροστά-πίσω, αριστερά-δεξιά, και στον χρόνο μπερδεύει τις έννοιες πριν-μετά, χθες-αύριο.
6)Παρουσιάζει δυσκολίες σε δραστηριότητες που απαιτούν λεπτή κινητικότητα. Δηλαδή δυσκολεύεται να μάθει να κόβει με το ψαλίδι, να ντύνεται σωστά μόνο του, να κουμπώνει τα κουμπιά του, να δένει τα κορδόνια του.
7)Εμφανίζει αδεξιότητα σε δραστηριότητες που απαιτούν συντονισμό κινήσεων π.χ. Στο πιάσιμο και στο πέταγμα της μπάλας, στο παιχνίδι με το σχοινάκι, στο κουτσό κ.
8)Εμφανίζει δυσκολίες στην συγκέντρωση όταν για παράδειγμα ακούει μία ιστορία.
       Ωστόσο, θα πρέπει να τονίσουμε ότι η ένδειξη για δυσλεξία υπάρχει μόνο, όταν το παιδί εμφανίζει πολλές από τις παραπάνω δυσκολίες μαζί ή όταν εμφανίζει μερικές οι οποίες όμως είναι σοβαρές και επιμένουν.

         Τέλος, όπως αναφέρθηκε και στην αρχή αυτού του κειμένου είναι σημαντικό να ζητηθεί η απαιτούμενη βοήθεια όσο το δυνατόν συντομότερα. Γιατί όσο νωρίτερα ανιχνεύεται μια μαθησιακή δυσκολία τόσο περισσότερες είναι οι πιθανότητες μελλοντικής επιτυχίας του παιδιού στο σχολείο και στη ζωή. Οι γονείς ενθαρρύνονται να μπορούν να αναγνωρίσουν τις προειδοποιητικές ενδείξεις μαθησιακών δυσκολιών ακόμα και στην προσχολική ηλικία. Τα πρώτα χρόνια στο σχολείο είναι εξαιρετικά σημαντικά για ένα μικρό παιδί. Υπάρχει η ανάγκη λοιπόν, της έγκαιρης διάγνωσης.