Δευτέρα 5 Σεπτεμβρίου 2016

Διαταραχή Διαγωγής. Όταν το παιδί χτυπά, κλέβει, τρομοκρατεί, απειλεί...




«Ο Γιώργος είναι 10 ετών, προκαλεί προβλήματα με τη συμπεριφορά του τόσο στο οικογενειακό όσο και στο σχολικό και ευρύτερο κοινωνικό περιβάλλον. Εμπλέκεται συνεχώς σε καβγάδες… Είναι ανυπάκουος και βρίζει τους γονείς του και τη δασκάλα του. Χάνει εύκολα την ψυχραιμία  του… Προκαλεί διάφορες ζημιές και κλέβει χρήματα από τους γονείς του. Όταν το μαλώνουν, λέει ψέματα και κατηγορεί τους άλλους. Παρά το γεγονός ότι πρόκειται για έξυπνο παιδί, οι σχολικές του επιδόσεις είναι πολύ χαμηλές και οι δάσκαλοι απειλούν να τον διώξουν από το σχολείο γιατί παρεμποδίζει την ομαλή διεξαγωγή του μαθήματος… Ο Γιώργος είναι ένα παιδί με διαταραχή διαγωγής.»
Η διαταραχή αυτή χαρακτηρίζεται από συμπεριφορά που παραβιάζει τα δικαιώματα των άλλων, όπως ψέματα, κλοπές ή απάτες. Τα διαγνωστικά κριτήρια για την διαταραχή αυτή ομαδοποιούνται σε τέσσερις βασικές κατηγορίες. Η πρώτη είναι η επιθετικότητα σε ανθρώπους και ζώα(εκφοβισμός, άσκηση σωματικής βίας, εξαναγκασμό σε σεξουαλική δραστηριότητα κλπ). Η δεύτερη κατηγορία είναι η καταστροφή ιδιοκτησίας, η οποία εκδηλώνεται με την πρόκληση φωτιάς ή με άλλο τρόπο. Η τρίτη κατηγορία είναι η απάτη ή κλοπή η οποία εκδηλώνεται με διάρρηξη, κλοπή αντικειμένων και επανειλημμένα ψεύδη. Τέλος, η τέταρτη κατηγορία είναι οι συχνές παραβιάσεις κανόνων, η απομάκρυνση από το σπίτι για μεγάλο χρονικό διάστημα και οι συχνές αδικαιολόγητες απουσίες από το σχολείο.
Διακρίνονται δύο τύποι Διαταραχής της Διαγωγής: Με έναρξη στην Παιδική Ηλικία (πριν τα 10) και με έναρξη στην Εφηβική Ηλικία (μετά τα 10).
ΑΙΤΙΟΛΟΓΙΑ
Η αιτιολογία της διαταραχής, αν και βασικά άγνωστη, οπωσδήποτε είναι πολυπαραγοντική. Ο κίνδυνος εμφάνισης της διαταραχής αυξάνει σε παιδιά που έχουν γονείς με  εξάρτηση από αλκοόλ ή έχουν οι ίδιοι ιστορικό διαταραχής της Διαγωγής. Επίσης η σωματική ή σεξουαλική κακοποίηση, η έλλειψη γονικής επίβλεψης, η σκληρή διαπαιδαγώγηση, η παρέα  με συνομήλικους με παραβατική συμπεριφορά, ο χωρισμός ή το διαζύγιο των γονιών, τα κοινωνικό-οικονομικά προβλήματα στην οικογένεια, η εγκατάλειψη ή  παραμέληση είναι κάποιοι παράγοντες που σύμφωνα με μελέτες ,έχουν ενοχοποιηθεί ενισχύοντας την υπόθεση τόσο της γενετικής όσο και της περιβαλλοντικής συμμετοχής στην προδιάθεση και εμφάνιση των διαταραχών αυτών.
ΘΕΡΑΠΕΙΑ
Η θεραπεία των ατόμων  με αυτή τη διαταραχή ποικίλλει ανάλογα με την ηλικία τους, τα συμπτώματα που παρουσιάζουν, τη συνύπαρξη άλλων διαταραχών, της κατάστασης της οικογένειας και τη διανοητική, συναισθηματική και κοινωνική κατάστασης τους. Συστήνονται ατομικές θεραπείες για το παιδί αλλά και οικογενειακή θεραπεία. Οι γονείς πρέπει να εκπαιδευτούν για να αντιμετωπίζουν τις «ορμές» του παιδιού και έχει μεγάλη σημασία να ενισχυθούν τα θετικά χαρακτηριστικά του παιδιού. Αν το περιβάλλον δεν συνεργαστεί η πορεία του παιδιού δεν έχει καλή πρόγνωση.
Κλείνοντας, θα πρέπει να γίνει κατανοητό ότι η επιθετική συμπεριφορά είναι απλά το σύμπτωμα μια κατάστασης Πίσω από την επιθετικότητα βρίσκεται ένα παιδί ή ένας έφηβος που δεν .μπορεί να διαχειριστεί μία στρεσογόνο κατάσταση  και που έχει ανάγκη για περισσότερη προσοχή και αγάπη.
(Βιβλιογραφία: Βασικά στοιχεία της Κλινικής Ψυχιατρικής, Νίκος Μάνος)

Δευτέρα 22 Αυγούστου 2016

Ο έφηβος χρήστης και η οικογένεια του





Η πρώτη επαφή με τα ναρκωτικά γίνεται από περιέργεια και από παρότρυνση των συνομηλίκων. Οι φίλοι στην αρχή αποτελούν την κυριότερη πηγή εφοδιασμού και ο έφηβος νοιώθει ότι συμμετέχει σε μια κοινωνική δραστηριότητα. Αποκτά αυτοπεποίθηση, δείχνει τόλμη και γνώσεις, γίνεται αποδεκτός στην ομάδα. Σε αυτή την πρώτη περίοδο πιστεύει ότι συμμετέχει σε μια συναρπαστική εμπειρία. Νοιώθει την ευχαρίστηση που προκαλεί μια απαγορευμένη συμπεριφορά χωρίς όμως να διακρίνει τον πραγματικό κίνδυνο. Στην πορεία, όταν αργά ή γρήγορα εμφανιστούν τα σημάδια εξάρτησης, θα καταλάβει ότι έπεσε σε μια παγίδα που έστησε ο ίδιος στον εαυτό του. Η ουσία γίνεται απαραίτητη σε καθημερινή βάση, πρέπει να εφεύρει χίλιους τρόπους για να την προμηθευτεί, οι συγκρούσεις με την οικογένεια αποκτούν μεγάλη ένταση, χάνει το ενδιαφέρον για το σχολείο και σιγά-σιγά περιθωριοποιείται για να ακολουθήσει την προκαθορισμένη μοίρα ενός τοξικομανούς.
Οι έφηβοι ισχυρίζονται ότι αν δοκιμάσει κανείς ένα ναρκωτικό δεν σημαίνει απαραίτητα ότι θα εθιστεί σε αυτό. Είναι αλήθεια ότι υπάρχει μια μεγάλη απόσταση από την πρώτη δοκιμή μέχρι την εξάρτηση, που άλλοι έφηβοι θα την διανύσουν και άλλοι όχι. Στην χώρα μας, που ο κοινωνικός περίγυρος καταδικάζει την χρήση των ναρκωτικών, οι καθοριστικοί παράγοντες που οδηγούν στην εξάρτηση είναι τα χαρακτηριστικά της προσωπικότητας του εφήβου και οι συνθήκες του οικογενειακού περιβάλλοντος. Έφηβοι με χαμηλή αυτοπεποίθηση, με προβλήματα μαθησιακά που βιώνουν σχολική αποτυχία, έφηβοι που ανήκουν σε μειονοτικές ομάδες (μετανάστες) ή που παρουσιάζουν σωματικές αναπηρίες εγκαταλείπουν την αναζήτηση ρεαλιστικών λύσεων των προβλημάτων τους και αναζητούν φυγή μέσα από τη λήθη των ναρκωτικών.
Η Οικογένεια
Οι διαταραγμένες οικογενειακές σχέσεις είναι επίσης ένας σημαντικός παράγοντας κινδύνου για να οδηγηθεί ένας έφηβος στην εξάρτηση. Παιδιά χωρισμένων γονιών που έχουν ζήσει έντονους καυγάδες και δεν έχουν αναπτύξει ικανοποιητική σχέση με τον ένα ή τον άλλον γονέα είναι περισσότερο επιρρεπή στην εξάρτηση. 
Έφηβοι που ζουν με την οικογένεια τους αλλά βιώνουν έλλειψη θερμής οικογενειακής ατμόσφαιρας είναι ευάλωτοι στις παροτρύνσεις συνομηλίκων για χρήση ναρκωτικών. Αυτές οι οικογένειες χαρακτηρίζονται από ασταθή συμπεριφορά των γονέων, έλλειψη συνεργασίας και υποστήριξης, έλλειψη κατανόησης και διαλόγου. Οι γονείς είναι άλλοτε υπερπροστατευτικοί και υποχωρητικοί, άλλοτε επιθετικοί και απορριπτικοί.
Στην εφηβεία η προσφυγή στα ναρκωτικά θεωρείται ένας τρόπος για να επιλυθούν αυτά τα προβλήματα. Έχει αποδειχθεί ότι όσο πιο αρνητική είναι η συμπεριφορά των γονέων τόσο πιο νωρίς οι έφηβοι καταφεύγουν στην χρήση ουσιών.
Όταν οι γονείς το ανακαλύπτουν αντιδρούν με πόνο και οργή και στη συνέχεια όταν διαπιστώνουν το μέγεθος του προβλήματος καταλαμβάνονται από απελπισία. Αυτά τα συναισθήματα είναι δικαιολογημένα αλλά δεν βοηθούν τον έφηβο. Ο έφηβος έχει ανάγκη μέσα από διάλογο να κατανοήσει τις αιτίες και τις προσωπικές του αδυναμίες που τον σπρώχνουν στην εξάρτηση. Έχει ανάγκη υποστήριξης έτσι ώστε να μπορέσει να αντιμετωπίσει την επώδυνη προσπάθεια που απαιτεί η απεξάρτηση.

(Προγράμματος Συμπληρωματικής Εκπαίδευσης του Εθνικού Καποδιστριακού Πανεπιστημίου Αθηνών, με θέμα «Ψυχοπαθολογία του Βρέφους, του Παιδιού και του Εφήβου»

Δευτέρα 18 Ιουλίου 2016

Αυτοκτονική Συμπεριφορά στην Εφηβεία




Ολοένα και πιο συχνά τα τελευταία χρόνια ακούμε ότι κάποιος έφηβος αποφάσισε να θέσει τέρμα στη ζωή του. Για κάθε γονιό, και μόνο η σκέψη ότι το έφηβο παιδί του θα αποπειραθεί να αυτοκτονήσει, είναι ανατριχιαστική. Δυστυχώς, όμως η αυτοκτονία αποτελεί πια, μια σκληρή πραγματικότητα. Τα ποσοστά της στη νεολαία αυξάνονται δραματικά.
Τι οδηγεί όμως τον έφηβο σε αυτή την συμπεριφορά; Παρακάτω, θα προσπαθήσω να αναφέρω τους συνήθεις λογούς που ένας έφηβος υιοθετεί αυτοκτονική συμπεριφορά.
Οι σημαντικότεροι παράγοντες κινδύνου της αυτοκτονικής συμπεριφοράς είναι οι παρακάτω: ψυχοπαθολογία, προηγούμενες απόπειρες, η προσωπικότητα, η οικογένεια, περιβαλλοντικοί παράγοντες και γεγονότα ζωής, η έκθεση σε αυτοκτονία, στα μέσα μαζικής ενημέρωσης και η μίμηση 
1)Αναλυτικότερα, όσον αφορά την ψυχοπαθολογία, οι έρευνες δείχνουν ότι στο μεγαλύτερο ποσοστό των περιπτώσεων (90%) υπάρχει ψυχιατρική διαταραχή και αυτό αυξάνει κατά 9 φορές τον κίνδυνο αυτοκτονίας. Ακόμη, η χρονιότητα και η σοβαρότητα της διαταραχής σχετίζεται με αυξημένο κίνδυνο αυτοκτονίας. Οι συναισθηματικές διαταραχές οι οποίες συναντώνται πιο συχνά σε εφήβους – θύματα αυτοκτονίας είναι οι παρακάτω: οι καταθλιπτικές διαταραχές, το άγχος και οι διαταραχές, η ψυχογενής ανορεξία. Επίσης, η κακοποίηση είναι ένας άλλος σημαντικός παράγοντας κινδύνου κυρίως σε μεγαλύτερα ηλικιακά αγόρια στην εφηβεία. Παραπτωματικές συμπεριφορές είναι συχνές σε αγόρια εφήβους, θύματα αυτοκτονίας. Περίπου το ένα τρίτο των αγοριών που έκαναν επιτυχημένη απόπειρα πάσχουν από διαταραχή διαγωγής.
2)Προηγούμενες απόπειρες. Το ιστορικό μιας προηγούμενης απόπειρας αυτοκτονίας αυξάνει σημαντικά τον κίνδυνο για μια μελλοντική ολοκληρωμένη απόπειρα. Ακόμη, τα άτομα που έχουν κάνει απόπειρα στο παρελθόν με μέθοδο υψηλού ιατρικού κινδύνου βρίσκονται σε υπερβολικά υψηλό κίνδυνο για ολοκληρωμένη απόπειρα.
3)Προσωπικότητα. Χαρακτηριστικά προσωπικότητας, όπως η απελπισία, η δυσκολία επίλυσης προσωπικών προβλημάτων, η επιθετικότητα φαίνεται να συνδέονται  με αυξημένο κίνδυνο αυτοκτονικής συμπεριφοράς.
4)Οικογενειακοί παράγοντες. Το οικογενειακό ιστορικό αυτοκτονικής συμπεριφοράς αυξάνει κατά πολύ τον κίνδυνο για αυτοκτονία. Επίσης, η ψυχοπαθολογία των γονέων και συγκεκριμένα η  κατάθλιψη και η χρήση ουσιών, βρέθηκαν να σχετίζονται με την αυτοκτονία. Ακόμη, σύμφωνα με ορισμένες μελέτες, τα θύματα αυτοκτονίας είναι πιο πιθανόν να προέρχονται από οικογένειες χωρισμένων γονιών.
5)Περιβαλλοντικοί παράγοντες, γεγονότα ζωής, όπως η συγκρουσιακή σχέση γονέα-παιδιού, οι δυσκολίες σε σχέση με το άλλο φύλο, το  bullying (θύμα ή θύτης), οι δυσκολίες στο σχολείο βρέθηκαν να είναι σημαντικοί παράγοντες κινδύνου για ολοκληρωμένη απόπειρα.
6)Έκθεση σε αυτοκτονία, Μέσα μαζικής ενημέρωσης, Μίμηση.  Παρατηρείται ότι η έκταση του φαινομένου της αυτοκτονίας, μεγαλώνει ανάλογα με τη διάρκεια και την έκταση της κάλυψης της από τα μέσα μαζικής ενημέρωσης. Επίσης, σε κάποιες περιπτώσεις οι έφηβοι μιμούνται τα χαρακτηριστικά μιας αυτοκτονίας (τον χώρο, τον χρόνο κλπ). Οι παράγοντες που αυξάνουν την πιθανότητα της μίμησης είναι το μέγεθος της δημοσιότητας και η αναγνωσιμότητα του θύματος.

Δευτέρα 4 Ιουλίου 2016

Η εικόνα του παιδιού με αυτισμό




Η έναρξη του αυτισμού επέρχεται μέχρι τα 2,5 έως 3 πρώτα χρόνια της ζωής. Στις περισσότερες των περιπτώσεων ο αυτισμός μπορεί να διαγνωσθεί από την αρχή της ζωής. Η έλλειψη επικοινωνίας του βρέφους με τη μητέρα του είναι από τα πρώτα ανησυχητικά σημάδια που επιτρέπει να διαπιστώσουμε τη διαταραχή. Στο 1/5 περίπου των περιπτώσεων εκδηλώνεται μετά από μια περίοδο που η ανάπτυξη ήταν φυσιολογική. Η τυπική κλινική εικόνα του αυτισμού περιλαμβάνει ορισμένα βασικά χαρακτηριστικά που θα δούμε στη συνέχεια. 
Η Συμπεριφορά 
Η συμπεριφορά του αυτιστικού παιδιού χαρακτηρίζεται από την αυτιστική απομόνωση. Το παιδί φαίνεται κλεισμένο στον εαυτό του. Είναι σαν να μην ακούει ή να μην βλέπει τα αντικείμενα και τα πρόσωπα. Έχει ένα βλέμμα περιφερικό σαν να κοιτάζει τον ορίζοντα χωρίς η ματιά του να σταματάει κάπου. Απέναντι στους ενήλικες ή στα άλλα παιδιά δείχνει μια μεγάλη αδιαφορία. Δεν απαντά όταν το φωνάζουν με το όνομά του. Δεν ακολουθεί τους γονείς του στο σπίτι και δεν τους αγκαλιάζει όταν γυρνάνε από την δουλειά τους. Δεν ενδιαφέρεται να συμμετέχει σε ομαδικά παιγνίδια και δεν αποκτά φίλους. Μια πιο λεπτομερής παρατήρηση δείχνει ότι μπορεί να ενδιαφέρεται για ορισμένους ήχους, ειδικά μουσικούς ή για ένα μέρος του ενήλικα π.χ. το χέρι τους ή τα ρούχα του. Στις δραστηριότητες που αναλαμβάνει αποδεικνύεται ότι έχει πολύ μικρή συγκέντρωση προσοχής. 
Τα προβλήματα στις κοινωνικές σχέσεις είναι δευτερογενή στη δυσκολία του παιδιού να δώσει νόημα στο περιβάλλον. Αδυνατεί να αντιληφθεί την έκφραση του προσώπου και την συναισθηματική διάθεση των άλλων. Δεν κατανοεί ότι οι άλλοι έχουν σκέψεις, ευχές και επιθυμίες διαφορετικές από τις δικές του. Αυτή η δυσκολία πιθανόν συνδέεται με την έλλειψη εμπάθειας και μίμησης
Το αυτιστικό παιδί έχει κάποιο ενδιαφέρον για τα αντικείμενα. Θέλει να τα χειριστεί, να τα αγγίξει, να τα μυρίσει, να τα βάλει στο στόμα του. Δείχνει μεγάλη προτίμηση στα αντικείμενα που γυρίζουν. Η θέση των αντικειμένων όμως πρέπει να είναι σταθερή στο χώρο. Για ένα αντικείμενο που σπάει ή που αλλάζει θέση το παιδί βιώνει μια κατάσταση μεγάλης απελπισίας και εκδηλώνει φοβερούς θυμούς.
Οι στερεοτυπίες των κινήσεων αποτελούν συχνά μέρος της κλινικής εικόνας. Κυρίαρχη στερεοτυπία είναι η αδιάκοπη επανάληψη των κινήσεων των χεριών, κυρίως των δακτύλων μπροστά στα μάτια. Το παιδί επίσης κάνει κύκλους γύρω από τον εαυτό του και αιωρείται μπρος ή πίσω.
 Λόγος
Το αυτιστικό παιδί δεν δείχνει με το δάκτυλο αντικείμενα στην ηλικία του ενός έτους, δεν συλλαβίζει ούτε λέει λέξεις στην ηλικία των 16 μηνών, δεν κάνει φράσεις δύο λέξεων στην ηλικία των 24 μηνών. Στις μισές των περιπτώσεων μέχρι την ηλικία των 5 ετών δεν υπάρχει κανένας λόγος. Το παιδί μπορεί να βγάζει ήχους, να μουρμουρίζει ή να ηχολαλεί δηλ. να επαναλαμβάνει λέξεις ή φράσεις χωρίς νόημα και χωρίς αξία επικοινωνίας. Άλλοτε έχει κάποιο λόγο πολύ διαταραγμένο, δεν χρησιμοποιεί τις αντωνυμίες, δεν έχει σύνταξη, ούτε γραμματικούς κανόνες. Παρατηρούνται επίσης νεολογισμοί, κατασκευή νέων λέξεων με άγνωστη όμως σημασία για τον συνομιλητή. Ο ήχος της φωνής είναι μονότονος, μηχανικός, στερεότυπος. 
Νοητική ανάπτυξη 
Είναι δύσκολο να εκτιμηθούν οι νοητικές ικανότητες, κυρίως όταν συνυπάρχουν οι διαταραχές του λόγου. Τα περισσότερα αυτιστικά παιδιά έχουν μειωμένες νοητικές ικανότητες και υπολείπονται σε όλες τις διεργασίες που απαιτούν συμβολική σκέψη. Ωστόσο, μερικά από αυτά τα παιδιά είναι ιδιαίτερα προικισμένα σ' ένα ορισμένο πεδίο π.χ. έχουν εκπληκτική μνήμη, μαθαίνουν ποιήματα, κάνουν αριθμητικές πράξεις, έχουν πολύ καλές επιδόσεις στη μουσική.  
 Βασικές αρχές θεραπείας
Οι θεραπευτικές προσεγγίσεις στον αυτισμό έχουν στόχο την κατάκτηση της επικοινωνίας και τον έλεγχο της ακατάλληλης ή δυσπροσαρμοστικής συμπεριφοράς. Απευθύνονται τόσο στο παιδί όσο και στους γονείς. Η συμβουλευτική των γονέων σκοπό έχει την κατανόηση της φύσης του προβλήματος και τη συναισθηματική τους υποστήριξη στις δυσκολίες της καθημερινής συμβίωσης με το αυτιστικό παιδί.

(Προσαρμογή από σημειώσεις Προγράμματος Συμπληρωματικής Εκπαίδευσης του Εθνικού Καποδιστριακού Πανεπιστημίου Αθηνών, με θέμα «Ψυχοπαθολογία του Βρέφους, του Παιδιού και του Εφήβου»).

Τρίτη 31 Μαΐου 2016

ΜΑΡΙΑ ΒΕΡΒΕΡΗ ΨΥΧΟΛΟΓΟΣ - ΠΑΙΔΟΨΥΧΟΛΟΓΟΣ: Νέα Ομάδα Γονέων

ΜΑΡΙΑ ΒΕΡΒΕΡΗ ΨΥΧΟΛΟΓΟΣ - ΠΑΙΔΟΨΥΧΟΛΟΓΟΣ: Νέα Ομάδα Γονέων: Προετοιμάζοντας το παιδί για την Α Δημοτικού Πλησιάζει ο καιρός που οι γονείς θα κάνουν αίτηση για την είσοδο των παιδιών τους στην Α...

Νέα Ομάδα Γονέων

Προετοιμάζοντας το παιδί για την Α Δημοτικού




Πλησιάζει ο καιρός που οι γονείς θα κάνουν αίτηση για την είσοδο των παιδιών τους στην Α Δημοτικού. 
Οπότε, είναι σημαντικό να διερευνήσουμε εάν το παιδί μας έιναι έτοιμο για την μετάβαση από το Νηπιαγωγείο στο Δημοτικό.
Η είσοδος στην Α Δημοτικού γίνεται με κριτήριο τη χρονολογική ηλικία του παιδιού, όμως αυτό δεν επαρκεί.
Το βασικό κριτήριο για την ομαλή ένταξη και φοίτηση του παιδιού στην Α Δημοτικού είναι η γνωστική, συναισθηματική και ψυχοκινητική ωριμότητα του παιδιού και ανάπτυξη.
Αυτό που λέγεται, λοιπόν, είναι ότι το παιδί θα πρέπει να παρουσιάζει σχολική ετοιμότητα.

Αναλυτικότερα στην Ομάδα θα συζητηθούν τα παρακάτω:
-Δεξιότητες που συγκροτούν τη σχολική ετοιμότητα (σωματική, γνωστική, κινητική, ψυχική, κοινωνική ανάπτυξη κλπ).
-Ασκήσεις ενίσχυσης των παραπάνω δεξιοτήτων
-Ενδείξειςπιθανών μαθησιακών δυσκολιών
-Έγκαιρη ανίχνευση
-Διαχείριση άγχος αποχωρισμού
-Προετοιμασία παιδιού για την πρώτη μέρα στο σχολείο

Εισηγήτρια:
Βερβέρη Μαρία
Ψυχολόγος - Παιδοψυχολόγος (MSc)
Καβέτσου 17
Τηλέφωνο: 22510 48933
E-mail: mariaververi@hotmail.com

ΑΠΑΡΑΙΤΗΤΗ Η ΔΗΛΩΣΗ ΣΥΜΜΕΤΟΧΗΣ, ΛΟΓΩ ΠΕΡΙΟΡΙΣΜΕΝΩΝ ΘΕΣΕΩΝ


ΚΟΣΤΟΣ ΣΥΜΜΕΤΟΧΗΣ: 10 ΕΥΡΩ

Κυριακή 8 Μαΐου 2016

Μη οργανική ενούρηση και Πρόληψη




Ως ενούρηση ορίζεται η επαναλαμβανόμενη ακούσια απώλεια ούρων, τη νύχτα ή και την ημέρα, χωρίς την ύπαρξη σαφούς οργανικού αιτίου και χωρίς να είναι συμβατή με την ηλικία του παιδιού. Ως όριο θεωρείται η ηλικία των 5 ετών, γιατί τότε το 85-90% των παιδιών έχει επιτύχει φυσιολογικά τον έλεγχο της κύστης.  Η ενούρηση διακρίνεται σε νυκτερινή, σε μικτή (νυχτερινή και ημερήσια) και σε ημερήσια μόνο, που συνήθως παραπέμπει σε οργανική αιτιολογία. Διακρίνεται επίσης σε πρωτοπαθή, όταν επιμένει από την γέννηση και συνεχίζει μετά το 5ο έτος και σε δευτεροπαθή, όταν έχει προηγηθεί έλεγχος της κύστης για χρονικό διάστημα τουλάχιστον 6 μηνών.
Αιτιολογία 
Η αιτιολογία της ενούρησης είναι πολυπαραγοντική.
 Η κληρονομικότητα παίζει σημαντικό ρόλο στην εμφάνιση του συμπτώματος. Υποστηρίζεται ότι τα 3/4 των ενουρητικών έχουν τουλάχιστον έναν πρώτου βαθμού συγγενή με ιστορικό ενούρησης. 
Ακόμη,  αναπτυξιακοί παράγοντες οι οποίοι αφορούν κυρίως στη λειτουργία της ουροδόχου κύστης και τη ρύθμιση των υγρών του σώματος, συνδέονται με την ενούρηση. Για τη νυχτερινή ενούρηση θεωρείται ότι υπάρχει ελαττωμένη λειτουργική ικανότητα της κύστης. 
Επίσης,  περιβαλλοντικοί παράγοντες, όπως οι διαλυμένες οικογένειες, η συναισθηματική και φυσική παραμέληση του παιδιού, οι πρώιμοι αποχωρισμοί, η παρουσία ψυχιατρικής νόσου των γονέων, φαίνεται ότι σχετίζονται με την εμφάνιση της ενούρησης γιατί επιδρούν αρνητικά στην ανάπτυξη υγιούς συναισθηματικού δεσμού ανάμεσα στο παιδί και τον γονέα .
 Αντίθετα, έχει αποδειχθεί ότι ο χρόνος έναρξης της εκπαίδευσης για τον έλεγχο της κύστης δεν έχει σημασία για την εμφάνιση της ενούρησης, ενώ η ποιότητα της σχέσης που εγκαθίσταται κατά τη διάρκεια του χρόνου της εκπαίδευσης ανάμεσα σε γονιό και παιδί υποστηρίζεται ότι έχει άμεση αιτιολογική σημασία σε πολλές περιπτώσεις.
 Γεγονότα ζωής που προκαλούν έντονο άγχος έχουν συνδεθεί με την εμφάνιση δευτεροπαθούς ενούρησης (π.χ. αποχωρισμός από τη μητέρα, γέννηση αδελφού, διάλυση οικογένειας, νοσηλεία).
Κλινική εικόνα 
Η νυχτερινή ενούρηση στην πλειονότητα των περιπτώσεων εμφανίζεται μια ή περισσότερες φορές, συνήθως κατά το πρώτο τρίτο της νύχτας και σ’ οποιοδήποτε στάδιο του ύπνου. 
Συχνά η προσωπικότητα των ενουρητικών παρουσιάζει ανωριμότητα, παθητικότητα και έμμεση επιθετικότητα. Συνήθως έχουν εκρήξεις οργής, προβλήματα διατροφής, ονυχοφαγία, τικ και αποφυγή των κοινωνικών δραστηριοτήτων της ηλικίας τους, π.χ. να πάνε κατασκήνωση. Ανεξαρτήτως αιτιολογίας, η ενούρηση οδηγεί στην εμφάνιση δυσκολιών στην κοινωνική προσαρμογή και δευτερογενών συναισθηματικών διαταραχών, όπως άγχος, ντροπή, ενοχή, χαμηλή αυτοεκτίμηση στο παιδί και θυμό στους γονείς. Πρέπει επίσης να τονιστεί ότι η αρχική αιτία εμφάνισης της διαταραχής μπορεί να διαφέρει από τους λόγους που ευνοούν την εγκατάσταση και τη συνέχισή της.
Όποια και αν είναι η αρχική αιτιολογία, η ενούρηση μπορεί δευτερογενώς να ενισχυθεί και να διατηρηθεί από την στάση του περιβάλλοντος. Μια υπερπροστατευτική μητέρα, για παράδειγμα, μπορεί να καθηλώσει το παιδί σ’ αυτή τη συμπεριφορά, παρέχοντάς του δευτερογενή οφέλη (ιδιαίτερη προσοχή, ειδικές συνθήκες ύπνου, κλπ).
 Πρόγνωση 
Φυσιολογικά κατά την ανάπτυξη η επίπτωση της ενούρησης μειώνεται κατά 14% το χρόνο από τα 5 μέχρι τα 9 χρόνια και 16% από τα 10 μέχρι τα 18. Καλύτερη πρόγνωση έχουν τα κορίτσια και τα παιδιά με πρωτοπαθή ενούρηση. 
Πρόληψη
Η άποψη ότι η ενούρηση συνδέεται με λάθη κατά τη διάρκεια εκμάθησης του ελέγχου των σφιγκτήρων δεν έχει αποδειχθεί από τις υπάρχουσες επιστημονικές μελέτες. Παρόλα αυτά ο κατάλληλος τρόπος εκμάθησης μπορεί να δράσει προληπτικά και να μειώσει τη συχνότητα της ενούρησης. Η προτεινόμενη ηλικία που μπορεί να αρχίσει η εκπαίδευση είναι συνήθως τα δύο έτη. Το παιδί πρέπει να έχει αποκτήσει μια ορισμένη νευρομυϊκή ωριμότητα που μπορούμε να την εκτιμήσουμε από την ικανότητα του στο βάδισμα, από το να μπορεί να ακολουθεί απλές οδηγίες, να μένει καθαρό κατά τη διάρκεια αρκετών ωρών μέσα στην ημέρα, να καταλαβαίνει την πίεση από την γεμάτη κύστη και να την εκφράζει είτε λεκτικά είτε με μιμικές του προσώπου. Πρέπει επίσης να το ανταμείβουμε με κάθε επιτυχία και να μην το μαλώνουμε, το τιμωρούμε ή το κοροϊδεύουμε σε περίπτωση αποτυχίας.  

(Προσαρμογή από σημειώσεις Προγράμματος Συμπληρωματικής Εκπαίδευσης του Εθνικού Καποδιστριακού Πανεπιστημίου Αθηνών, με θέμα «Ψυχοπαθολογία του Βρέφους, του Παιδιού και του Εφήβου»).