Τρίτη, 30 Οκτωβρίου 2012

Και τα παιδιά έχουν άγχος...




Σε πολλούς ακούγεται περίεργο να έχουν άγχος τα μικρά παιδιά. Σκέφτονται ότι τα παιδιά δεν έχουν έννοιες, όλα τους τα εξασφαλίζουν οι γονείς, άρα γιατί να αγχώνονται; Και όμως, όπως θα δούμε παρακάτω υπάρχουν λόγοι που μπορεί να αγχώσουν ένα μικρό παιδί.

Λόγοι άγχους στην παιδική ηλικία

Τα βρέφη και τα παιδιά προσχολικής και σχολικής ηλικίας βιώνουν το άγχος του αποχωρισμού. Δηλαδή νιώθουν ανασφάλεια, όταν απομακρύνονται από τους γονείς τους και φοβούνται να μείνουν μόνα σε ανοίκεια περιβάλλοντα. Επιπλέον, άλλες πηγές άγχους μπορεί να είναι η γέννηση ενός αδερφού, η φοίτηση σε ένα παιδικό σταθμό, μια μετακόμιση, ή και την αλλαγή σχολείου, επίσης μπορεί να έχουν διάφορους φόβους, καθώς δεν είναι ακόμη ξεκάθαρη η διάκριση της φαντασίας από την πραγματικότητα.
Πως θα καταλάβουμε ότι το παιδί βιώνει άγχος;
Οι αλλαγές και οι μεταπτώσεις στη διάθεση και τη συμπεριφορά είναι ενδείξεις άγχους. Μπορεί τα παιδιά να παλινδρομήσουν σε συμπεριφορές μικρότερων ηλικιών, όπως να βρέχουν το κρεβάτι τους, φάγωμα νυχιών, μπορεί να κλαίνε υπερβολικά ή να παρουσιάζουν προσκόλληση σε αγαπημένα πρόσωπα. Ένα ήσυχο παιδί ίσως παρουσιάζει εκρήξεις θυμού, ενώ ένα εξωστρεφές και δραστήριο παιδί απομονώνεται. Άλλο σύμπτωμα του άγχους  μπορεί να είναι η έλλειψη αυτοσυγκέντρωσης και η χαμηλή απόδοση, όπως και η απώλεια ενδιαφέροντος για δραστηριότητες. Η αντιδραστική συμπεριφορά, τα ψέματα, εκρήξεις θυμού ή ξαφνικής οργής και αποφυγή κοινωνικής επαφής.
Επειδή είναι δύσκολο να διακρίνουμε το άγχος σε ένα παιδί και μπορεί και να παρερμηνευθεί καλό είναι να ελέγχουμε πρώτα τυχόν καταστάσεις  που κάνουν το παιδί να νιώθει ότι είναι αδύναμο να τις αντιμετωπίσει. 
Πως μπορώ να το αντιμετωπίσω;
Παρακάτω ακολουθούν κάποιες απλές συμβουλές για το τι θα μπορούσαν να κάνουν οι γονείς μόνοι τους για να βοηθήσουν τα παιδιά τους.

1)To άγχος είναι μέρος της ζωής μας κινητοποιεί και μας κρατά σε εγρήγορση, μπορεί όντως να αποτελέσει πηγή βελτίωσης του εαυτού μας γι αυτό είναι σημαντικό να μην υπερπροστατεύουμε τα παιδιά προσπαθώντας να τα κρατήσουμε μακριά από οποιαδήποτε επαφή με στρεσογόνες πηγές.
2)Δεύτερο σημαντικό στοιχείο είναι να μάθουμε στο παιδί να αντιμετωπίζει και να βρίσκει μόνο του λύσεις για τα θέματα που το απασχολούν, αντί να του παρέχουμε έτοιμη λύση, και να το βοηθάμε να ανακαλύπτει τρόπους εκτόνωσης.
3)Παρόμοιες βέβαια αποτελεσματικές στρατηγικές αντιμετώπισης του άγχους χρειάζεται να έχουν και οι ίδιοι οι γονείς. Είναι συχνό φαινόμενο υπερβολικά αγχώδεις γονείς να παραπονιούνται για παρόμοια αγχώδεις συμπεριφορές του παιδιού, χωρίς να αναγνωρίζουν τη δική τους συμβολή σε αυτό.
4)Να ενθαρρύνουμε το παιδί να έχει εμπιστοσύνη στον εαυτό του, δείξτε του κατανόηση αγάπη και ενδιαφέρον εξάλλου το άγχος δημιουργείται από μια αίσθηση αδυναμίας να αντιμετωπίσουμε όσα συμβαίνουν, γι αυτό είναι σημαντικό να πιστεύουμε καταρχήν στην αξία μας.
5)Tέλος να μη διστάζετε να απευθυνθείτε πρώτα εσείς οι ίδιοι σε  ψυχολόγο, αν νιώθετε ότι τα πράγματα δυσκολεύουν και δεν μπορείτε να επικοινωνήσετε με το παιδί, και σε μεγαλύτερες ηλικίες να το ενθαρρύνετε να ζητά βοήθεια και το ίδιο, αντί να κλείνεται στον εαυτό του εφόσον όλοι χρειαζόμαστε στήριξη σε κάποιες δύσκολες στιγμές.



Τετάρτη, 24 Οκτωβρίου 2012

Ο ρόλος του αθλητισμού στην ανάπτυξη των παιδιών και των εφήβων




           Ο ρόλος του αθλητισμού στην παιδική και εφηβική ηλικία είναι σημαντικός. Η άθληση συμβάλλει στην καλύτερη ποιότητα ζωής, προλαμβάνει την παχυσαρκία και καταπολεμά το άγχος και την κατάθλιψη στην ενήλικη ζωή. Πέρα από αυτά όμως,  επιδρά θετικά και στην προσωπικότητα του παιδιού, αφού του διδάσκει την αυτοπειθαρχία, την ομαδικότητα και το αίσθημα της συνεργασίας. Επίσης, βοηθά το παιδί να αντιμετωπίζει με τον ίδιο τρόπο την ήττα και τη νίκη, να αναγνωρίζει το προσωπικό του λάθος, να δημιουργεί θετική εικόνα για τον εαυτό του. Ένα άλλο σημαντικό όφελος της άθλησης στη ζωή του παιδιού είναι ότι του προσφέρει την ευκαιρία να εκτονωθεί και να χαλαρώσει από το φορτωμένο καθημερινό σχολικό του πρόγραμμα. Αυτές οι ελάχιστες ώρες αποτελούν στιγμές χαράς και διασκέδασης για το παιδί. Ταυτόχρονα, ο αθλητισμός βοηθά τα παιδιά και τους εφήβους να αποκτήσουν υγιή πρότυπα συμπεριφοράς. Πρότυπα που αγαπούν και σέβονται την προσωπικότητα τους και το σώμα τους χωρίς υπερβολές. Αυτού του είδους τα πρότυπα κρατούν μακριά τα παιδιά από τις διάφορες καταχρήσεις που πλήττουν την κοινωνία μας, καθώς και από την υπερβολική και άσκοπη χρήση του ηλεκτρονικού υπολογιστή και του Internet.
            Τα οφέλη του αθλητισμού λοιπόν, μπορεί να είναι τόσο προσωπικά όσο και κοινωνικά. Αναλυτικότερα, το παιδί-αθλητής μαθαίνει την διαφορά μεταξύ της προσπάθειας και της ικανότητας. Αναπτύσσεται η αυτοπειθαρχία και η επίγνωση της σημασίας της καλής προετοιμασίας, διότι βλέπει την διαφορά στην απόδοσή του. Επίσης, μέσω του αθλητισμού μαθαίνει να αντιμετωπίζει τις κακοτυχίες και τις απογοητεύσεις και να βασίζεται στον εαυτό του. Η διαχείριση τέτοιων συναισθημάτων είναι κάτι που θα το βοηθήσει και μετέπειτα στην ενήλικη ζωή του.
            Επιπλέον, ο αθλητισμός ενισχύει και την κοινωνικοποίηση των παιδιών, ιδιαίτερα μάλιστα οι ομαδικές δραστηριότητες. Τα αθλήματα είναι κοινωνικές δραστηριότητες, οπότε είναι μια καλή ευκαιρία για την ανάπτυξη σχέσεων. Επίσης, στην ομάδα τα παιδιά μαθαίνουν να συνεργάζονται, να δίνουν και να παίρνουν, να περιμένουν την σειρά τους. Όταν υπάρχει ανάγκη μπορεί να χρειαστεί να παίξουν σε μια θέση που πιθανόν να μην τους αρέσει, αλλά θα το κάνουν για το ομαδικό καλό. Μαθαίνουν επίσης ότι μπορεί να συνυπάρχεις με ανθρώπους που δεν συμπαθείς και δεν ταιριάζετε αλλά αψηφώντας τις όποιες διαφορές, το αποτέλεσμα βγαίνει και διασκεδάζεις, όπως και να έχει. Επιπρόσθετα, αναπτύσσονται ισχυρές σχέσεις με ενήλικες οι οποίοι δεν ανήκουν στο οικογενειακό τους περιβάλλον.  Τα παιδιά παίρνουν προσοχή από κάποιον που δεν είναι συγγενής τους, δηλαδή τον προπονητή τους. Εκείνος τους βοηθά να έχουν υγιή άποψη για την εικόνα τους και τις ικανότητες τους. Η σχέση με τον προπονητή τους μπορεί να φανεί ιδιαίτερα βοηθητική σε περίοδο κρίσης που μπορεί το παιδί μας να μην νιώθει άνετα να μας μιλήσει, οπότε και θα στραφεί σε εκείνον.



Δευτέρα, 22 Οκτωβρίου 2012

Εφηβική Κατάθλιψη


Η κατάθλιψη θεωρείται η ασθένεια του 21ου αιώνα. Τα στατιστικά στοιχεία σχετικά με τις ψυχικές διαταραχές στην εφηβική ηλικία είναι συγκλονιστικά, αφού δείχνουν ότι περισσότερο από 20% των εφήβων στο γενικό πληθυσμό έχουν συναισθηματικά προβλήματα, ενώ το 1/3 των εφήβων που χρήζουν παρακολούθησης πάσχουν από κατάθλιψη. Παρόλα αυτά, δε γίνεται διάγνωση της κατάθλιψης σε αυτή την ηλικία, με αποτέλεσμα οι έφηβοι να έχουν σοβαρά προβλήματα στο σπίτι, το σχολείο, την κοινωνική τους ζωή και γενικά την προσαρμογή τους, δυσκολίες που συνήθως συνεχίζονται και στην ενήλικη ζωή.
            Τα συμπτώματα που παρουσιάζονται συνήθως στους έφηβους είναι τα εξής:
  • εμφανή θλίψη σε αντίθεση με ότι ήταν πριν,
  • συχνά και για πολλή ώρα ο έφηβος μπορεί να κλαίει με το παραμικρό και συχνότερα απ΄ ότι παλαιότερα,
  • έλλειψη ικανοποίησης ακόμη και για πράγματα που του άρεσαν,
  • κλείνεται στον εαυτό του, απομονώνεται από φίλους και γνωστούς και παρουσιάζει δυσκολίες στην επικοινωνία επειδή ''δεν τον καταλαβαίνουν''ή ''δεν τον ενδιαφέρουν πια'',
  • δείχνει να βαριέται συνεχώς, δεν έχει δραστηριότητες, αντιδρά παθητικά σαν να τα βλέπει όλα μάταια,
  • κάποιες στιγμές αντιδρά με υπερβολικό εκνευρισμό, θυμό και εχθρότητα,
  • παρουσιάζει αίσθημα ενοχής και έλλειψης αυτοεκτίμησης,
  • αντιδρά πολύ έντονα στην κριτική,
  • περνά πολλές ώρες ξαπλωμένος,
  • κάνει ''κοπάνες'' από το σχολείο,
  • η απόδοση στο σχολείο μειώνεται,
  • δεν θέλει να κάνει μπάνιο,
  • κοιμάται άσχημα ή έχει αϋπνίες,
  • κάνει δυσάρεστες σκέψεις και λέει ότι δεν τον ενδιαφέρει να ζήσει.

Τρόποι πρόληψης:
  • Αφήστε το παιδί να εκφράσει το πως νιώθει και ρωτήστε το ποια είναι η άποψη του για τον εαυτό του αλλά και για τους φίλους του.
  • Εξηγήστε του ότι κανένας δεν μπορεί να αποδίδει άριστα σε όλους τους τομείς και ότι ειδικά στην εφηβεία όλες και όλοι νιώθουν κάποιες φορές ανεπαρκείς σε πολλές δραστηριότητες. Απλώς κάποιοι έφηβοι καλύπτουν τις ατέλειες τους προβάλλοντας τις ατέλειες των άλλων.
  • Προσανατολίστε τον έφηβο με διακριτικό τρόπο σε τομείς στους οποίους έχει καλές επιδόσεις ώστε να αυξηθεί η αυτοεκτίμηση του.
  • Τα σοβαρά οικονομικά ή κοινωνικά προβλήματα, που αντιμετωπίζει η οικογένεια επιδρούν στον τρόπο ζωής του εφήβου σε σημαντικό βαθμό. Γι΄αυτό πρέπει να είστε εξαιρετικά προσεκτικοί στη διαχείρισή τους.
  • Μάθετε το παιδί σας από μικρό να αναγνωρίζει τα συναισθήματα του αλλά και των άλλων. Έχει σημασία να ξέρει τι το εκνευρίζει και να βρίσκει τρόπους να το χειρίζεται. Ακόμα κι αν δεν μπορεί να το χειριστεί, πρέπει πάντως να το αναγνωρίζει.


Τετάρτη, 17 Οκτωβρίου 2012

ΕΝΔΟΣΧΟΛΙΚΗ ΒΙΑ

Για την ενδοσχολική βία μεριμνά το υπουργείο Παιδείας
Σημαντικά και αυξανόμενα τα φαινόμενα εκφοβισμού στα σχολεία της χώρας
Για την ενδοσχολική βία μεριμνά το υπουργείο Παιδείας



 
Την ενδοσχολική βία αποφάσισε να πατάξει το υπουργείο Παιδείας, προχωρώντας παράλληλα στην ίδρυση  Παρατηρητηρίου για την πρόληψη και αντιμετώπιση του φαινομένου.

Ο υφυπουργός Παιδείας Θεόδωρος Παπαθεοδώρου προχώρησε σε αντίστοιχη ανακοίνωση προς απάντηση ερώτησης των βουλευτών της Δημοκρατικής Αριστεράς Μαρίας Ρεπούση, Γρηγόρη Ψαριανού και Γιώργου Κυρίτση σχετικής με την κλιμάκωση του φαινομένου της ενδοσχολικής βίας στη χώρα μας. 

Όταν «μιλούν» οι αριθμοί

Οι βουλευτές επικαλούνται έρευνες που δείχνουν τα φαινόμενα "bullying" είναι στην Ελλάδα σημαντικά και αυξανόμενα και ότι το 10%-15% των μαθητών πέφτουν θύματα διαφόρων μορφών εκφοβισμού στο σχολείο.

Σημαντικό εύρημα έρευνας του Πανεπιστημίου Ιωαννίνων είναι το γεγονός πω;ς 9 στους 10 μαθητές υπήρξαν θύματα ή θύτες εκφοβισμού. Στην έρευνα σημειώνεται επίσης πως οι αλλοδαποί μαθητές θυματοποιούνται όταν αποτελούν μειοψηφία της τάξης ή του σχολείου, ενώ όταν το ποσοστό τους ανέρχεται στο 50%-70% ομαδοποιούνται και στρέφονται κατά της γηγενούς ομάδας μαθητών. 

Στην απάντησή του ο υφυπουργός Παιδείας αναφέρεται στα προγράμματα Αγωγής Υγείας στα σχολεία με έμφαση στον άξονα «Διαπροσωπικές Σχέσεις-Ψυχική Υγεία» και τα προγράμματα που προσεγγίζουν θέματα όπως η πρόληψη βίας, η διαχείριση συγκρούσεων, ο ρατσισμός κ.α.

Το υπουργείο Παιδείας έχει προχωρήσει σε Μνημόνιο Συνεργασίας με τη Μονάδα Εφηβικής Υγείας της Β΄Παιδιατρικής Κλινικής του Πανεπιστημίου Αθηνών και στο πλαίσιο του Μνημονίου αυτού, οι σχολικές μονάδες ενημερώθηκαν για τους φορείς στους οποίους θα μπορούν να απευθύνονται τα παιδιά, οι έφηβοι, οι γονείς και οι εκπαιδευτικοί τόσο για εκπαιδευτικούς λόγους όσο και για λόγους που χρήζουν άμεσης αντιμετώπισης.

Επισημαίνεται επίσης ότι το υπουργείο Παιδείας προχώρησε σε συνεργασία με την Εταιρεία Ψυχοκοινωνικής Υγείας του Παιδιού και του Εφήβου (ΕΨΥΠΕ) με στόχο την ανάπτυξη πρωτοβουλιών και δράσεων για την αντιμετώπιση του εκφοβισμού και της βίας μεταξύ των μαθητών στα σχολεία.
 
(Πηγή: www.tovima.gr)

Τρίτη, 16 Οκτωβρίου 2012

Δεν λέει ποτέ "Καλημέρα"


Στα μαγαζιά, στο δρόμο, στους παππούδες, κάθε φορά επαναλαμβάνεται η ίδια σκηνή: του ζητάνε να πει «Καλημέρα» κι αμέσως το παιδί κρύβεται μέσα στη φούστα σας. Ή πάλι απαντά, με ύφος αναιδές, ένα θρασύ και κοφτό «όχι»…
Μήπως του ζητάτε πολλά;;

Σε ποια ηλικία και πώς να του το μάθετε ;
Γύρω στους 12 μήνες, το παιδί μαθαίνει να λέει «Καλημέρα» και «Γεια σου», ακούγοντας τους ήχους, τη μελωδία και τις αποχρώσεις της φωνής σας. Σας βλέπει επίσης να κουνάτε το χέρι σας, στέλνοντας του ένα φιλί τη στιγμή που φεύγετε.
Ένας απλός τρόπος λοιπόν, για να ξεκινήσετε να διδάσκετε στο παιδί σας τους πολυπόθητους κανόνες ευγενείας είναι, να προετοιμάζετε τις επισκέψεις σας. Όταν σκοπεύετε να πάρετε το παιδί μαζί σας σε μια επίσκεψη, πείτε του: «Σε λίγο θα πάμε να δούμε τη γιαγιά. Θα με ευχαριστήσει πολύ να της πεις «Καλημέρα». Αυτό θα ευχαριστήσει και την γιαγιά. Βασίζομαι πάνω σου». Κι αν είναι 4-5 χρονών, βρείτε μαζί μια μυστική λέξη που να ψιθυρίζετε διακριτικά αν τύχει και ξεχάσει την υπόσχεση του. Αυτό έχει περισσότερη αξία από το να διατυπώνετε τον κανόνα ευγενείας (Πες «Καλημέρα», μου το είχες υποσχεθεί) μπροστά σε τρίτους.

Για ποιο λόγο δεν λέει «Καλημέρα»;
Για κάποιον ή κάποιους από τους παρακάτω λόγους:
·         Είναι από τη φύση του  ντροπαλό παιδί.
·         Βρίσκεται στην περίοδο του «όχι» (περίπου από 18 μηνών με 2-3 χρονών, μέχρι την ηλικία της κοινωνικοποίησης) και αρνείται συστηματικά τους κανόνες που του επιβάλλουν.
·         Στην ουσία, λέει «Καλημέρα», όμως με τρόπο πιο δημιουργικό από εκείνον που του επιβάλλει η κοινωνία: φέρνει ένα παιχνίδι του, δείχνει τα παπούτσια του, χαρίζει μια ζωγραφιά. Πολλά παιδιά λένε «Καλημέρα» μ’ αυτόν τον τρόπο αλλά ο γονιός δεν το συνειδητοποιεί πάντα.

Πώς να αντιδράτε εκείνη τη στιγμή;
Αν δεν λέει «Καλημέρα» σ’ εσάς
·         Μην κάνετε σκηνή ούτε εκβιασμό: «Αφού δεν μιλάς εσύ, δεν θα σου μιλάω ούτε και εγώ».
·         Μη θίγεστε, σαν παιδί που κάνει μούτρα. Φερθείτε ως γονέας, υπεράνω των τύπων, ως κάποιος που δεν προσβάλλεται με το παραμικρό. Λειτουργήστε με τρόπο επικοινωνιακό και πείτε του: «Σου λέω καλημέρα επειδή είναι πρωί και χαίρομαι που σε βλέπω».
·         Δείξτε του πως καταλάβατε το δικό του τρόπο να λέει: «Καλημέρα», που είναι διαφορετικός από τον δικό σας.

  
            Αν δεν λέει «Καλημέρα» σε τρίτους.
  • Αν είναι κάτω των 4-5 χρονών, μην το πιέζετε, έστω και αν αυτό σας ενοχλεί. Αντίθετα, πείτε του: «Νομίζω πως η γιαγιά δεν κατάλαβε το δικό σου τρόπο να λες «Καλημέρα». Γι’ αυτό, θα σου εξηγήσω πως μιλάνε οι μεγάλοι και πως λένε «Καλημέρα» μεταξύ τους. Έτσι, θα ξεκαθαριστεί η κατάσταση στο μυαλό του παιδιού σας.
  • Αν είναι πάνω από 4-5 χρονών, ψιθυρίστε του την «μυστική λέξη» που έχετε συμφωνήσει. Το αποτέλεσμα είναι σχεδόν μαγικό.


Στο μέλλον

  • Να είστε υπομονετικοί. Οι κανόνες ευγενείας δεν είναι έμφυτοι. Μαθαίνονται προοδευτικά. Πρέπει να τους επαναλαμβάνετε συχνά. Μάθετε να σέβεστε την παιδικότητα του παιδιού σας, που δεν γνωρίζει ακόμα τα πάντα.
  • Φροντίστε να λέτε συστηματικά στο παιδί σας «Καλημέρα» κάθε πρωί. Συνηθίστε να του λέτε «Ευχαριστώ» κάθε φορά που προσπαθεί να σας βοηθήσει. Εσείς πρέπει να πλησιάζετε το παιδί και όχι το αντίστροφο.
  • Μην ανησυχείτε: το πρότυπο των γονέων παίζει μεγάλο ρόλο και τελικά πάντα μεταδίδεται. Το βασικό είναι να μην κάνετε το παιδί σας να πεισμώσει, να το συγχαίρετε κάθε φορά που εκπληρώνει με επιτυχία την αποστολή του ή έστω προσπαθεί. Πείτε του: «Είμαι περήφανη για σένα, μεγαλώνεις, αφού καταλαβαίνεις πια τους κανόνες των μεγάλων».


Κλείνοντας λοιπόν, να τονίσουμε ότι όσο περισσότερο λειτουργείτε με πιεστικό τρόπο, τόσο περισσότερο «στριμώχνετε» το παιδί σας, το υποχρεώνετε να απαντάει με επιθετικότητα και εχθρότητα, το εγκλωβίζετε σε μια συστηματική άρνηση. Αντίθετα, όσο περισσότερη κατανόηση και καλοσύνη δείξετε, τόσο πιο εύκολα θα φτάσετε στο ποθητό αποτέλεσμα.


Βιβλιογραφία: Christine Brunet et Anne-Cecile Sarfati (2002), “Petits tracas et gros soucis de 1 a 7ans”.

Σάββατο, 13 Οκτωβρίου 2012

Σαββατοκύριακο στο σπίτι του μπαμπά...


Το διαζύγιο των γονιών είναι για κάθε παιδί τραυματική εμπειρία. Ο χωρισμός οδηγεί αυτόματα σε μεγάλες αλλαγές τόσο στη ζωή εκείνων όσο και στη ζωή του παιδιού. Το παιδί καλείται να προσαρμοστεί στη νέα πραγματικότητα, η οποία ουσιαστικά περιλαμβάνει δύο ξεχωριστούς γονείς, δυο αυτοκίνητα, δυο δωμάτια, δυο σπίτια κ.ο.κ. Μια, λοιπόν, από τις μεγάλες αλλαγές που συμβαίνουν στη ζωή του παιδιού αφορά στην μετακίνηση του από τον ένα γονιό στον άλλον κάθε Σαββατοκύριακο ή και συχνότερα.
Αν προσπαθήσουμε να μπούμε για λίγο στη θέση των παιδιών, ίσως και να κατανοήσουμε καλύτερα την αντίσταση που προβάλλουν κάποιες φορές όταν πρόκειται να πάνε στο σπίτι του μπαμπά. Ας φανταστούμε, λοιπόν, πως μπορεί να είναι κάθε εβδομάδα να «ξεσπιτώνεται», να αλλάζει δωμάτιο, παιχνίδια, γειτονιά, συνήθειες;; Όλες αυτές οι αλλαγές, οι οποίες σε εμάς τους μεγάλους μπορεί να φαίνονται μηδαμινές, για τα παιδιά έχουν πολλή μεγάλη σημασία, γι’ αυτό και αποτελούν και την αιτία των εντάσεων σε πολλά σπίτια χωρισμένων γονιών κάθε εβδομάδα. Και αν για πολλά παιδιά η αγάπη στον πατέρα τους τα κάνει να δέχονται σχεδόν αδιαμαρτύρητα αυτή τη νέα πραγματικότητα, υπάρχουν αρκετά που δυσκολεύονται να προσαρμοστούν και αντιδρούν.
Το μόνο σίγουρο είναι ότι από αυτή την κατάσταση, όλοι δυσαρεστούνται. Η μητέρα γιατί δεν ξέρει αν πρέπει να πιέσει το παιδί να πάει στον πατέρα ή να το κρατήσει κοντά της μέχρι να νιώσει έτοιμο. Ο πατέρας ο οποίος εισπράττει την άρνηση του παιδιού και νιώθει ότι το χάνει. Και τέλος, το παιδί που αμφιταλαντεύεται και δεν ξέρει προς τα που να μοιράσει την αγάπη του.
Αυτό που χρειάζεται να κάνουν οι γονείς είναι να καταβάλλουν μεγάλη προσπάθεια ώστε να κρατήσουν το παιδί έξω από τη μεταξύ τους σύγκρουση και να σεβαστούν την ανάγκη του να αγαπάει και να είναι εξίσου αφοσιωμένο και στους δύο γονείς του. Μέχρι και την στιγμή του χωρισμού, η μαμά και ο μπαμπάς, στα μάτια του παιδιού αποτελούσαν μια ενότητα και το παιδί απολάμβανε την κατάσταση αυτή, έχοντας κάθε ευκαιρία να είναι με τον μπαμπά όσο το θέλει. Αυτό όμως αλλάζει μετά το διαζύγιο και το παιδί βιώνει ένα έντονο συναίσθημα διχασμού. Όταν οι γονείς χωρίσουν, το παιδί πρέπει να μοιράσει τον εαυτό του, να «δεχτεί» εξίσου και τους δύο γονείς, ενώ η μετακίνηση του από τον έναν γονιό στον άλλον είναι κάτι που δεν εξαρτάται απόλυτα από εκείνο. Το παιδί καλείται να δεχθεί το πρόγραμμα που έχουν βγάλει οι «μεγάλοι» χωρίς να έχουν υπολογίσει τις δικές του επιθυμίες και ανάγκες. Αντιδρά επομένως έντονα στο να πάει στον μπαμπά, χωρίς βέβαια αυτό να σημαίνει ότι δεν τον αγαπάει πια.
Στο σημείο αυτό είναι σημαντικό να τονιστεί ότι δεν χρειάζεται να ασκείται έντονη πίεση στο παιδί γιατί κάτι τέτοιο θα επιδεινώσει ακόμα περισσότερο το αίσθημα διχασμού που νιώθει. Επίσης, σημαντικό είναι να μην κατηγορεί ο ένας γονιός τον άλλον. Όταν ο ένας γονιός αισθάνεται αδικημένος και συχνά προσπαθεί να εκδικηθεί τον πρώην σύζυγο του στερώντας του την αγάπη του παιδιού, τότε βάζει το παιδί του σε ένα τρομερό δίλημμα που δεν είναι σε θέση να αντιμετωπίσει. Αγαπάει και τους δύο γονείς του και αναρωτιέται ποιος έχει δίκιο και ποιος όχι, αν επιτρέπεται να αγαπάει πια αυτόν το γονιό, αν αυτός είναι «κακός» άνθρωπος.
Κλείνοντας, να τονιστεί για ακόμη μια φορά ότι, όσο πιο ήρεμη και χωρίς εντάσεις είναι η σχέση μεταξύ των γονιών, τόσο πιο εύκολο είναι για το παιδί να προσαρμοστεί στη νέα κατάσταση. Έτσι, λοιπόν, ακόμη κι αν το διαζύγιο ήταν πολύ οδυνηρό για τον ένα γονιό και υπάρχουν πράγματα που δεν μπορεί να ξεπεράσει, πρέπει να φροντίσει ώστε η δική του συναισθηματική κατάσταση να μην επηρεάσει το παιδί.



Τετάρτη, 10 Οκτωβρίου 2012

Συμμετοχή στην Ομάδα Γονέων

Οι πρώτες "Ομάδες Γονέων" έχουν ήδη ξεκινήσει!

Ωστόσο, αν υπάρχουν γονείς που επιθυμούν να συμμετάσχουν σε μια Ομάδα, μπορούν να το δηλώσουν. 
Λόγω του έντονου ενδιαφέροντος των γονιών, θα δημιουργηθούν σύντομα και νέες ομάδες!

Τρίτη, 9 Οκτωβρίου 2012

"Σχολικός εκφοβισμός". Ένα φαινόμενο που παίρνει ανησυχητικές διαστάσεις.


Το φαινόμενο του σχολικού εκφοβισμού ή bullying, όπως είναι γνωστός ο όρος στη διεθνή βιβλιογραφία, έχει αρχίσει να παίρνει ανησυχητικές διαστάσεις στη σχολική κοινότητα και να τρομάζει τους γονείς. Συνεχώς αυξάνει ο αριθμός των παιδιών που παραπονιούνται ότι έχουν πέσει θύματα κοροϊδίας άλλων παιδιών και εκφράζουν την απόγνωση τους και τις δικές τους εμπειρίες ως θύματα εκφοβισμού από συμμαθητές, συνομηλίκους τους ή παιδιά μεγαλύτερης ηλικίας.
Σε σχετική έρευνα που διενεργήθηκε από το ελληνικό Υπουργείο Παιδείας κατά τα σχολικά έτη 2004-5 και 2005-6 πήραν μέρος 4000 παιδιά και έφηβοι, 2080 κορίτσια και 1920 αγόρια μαθητές της έκτης δημοτικού, της Γ’ Γυμνασίου και της Α’ Λυκείου καθώς και 200 εκπαιδευτικοί. Τα αποτελέσματα έδειξαν ότι το φαινόμενο του σχολικού εκφοβισμού είναι αντιληπτό από τους μαθητές σε διάφορες μορφές και διαστάσεις. Οι μισοί από τους μαθητές και τις μαθήτριες αναγνωρίζουν τις μορφές της σχολικής βίας. Τα αγόρια είναι συχνότερα δράστες και θύματα του bullying είναι κυρίως κορίτσια, αν και τελευταία αυξάνει ο αριθμός των κοριτσιών που λειτουργούν σαν θύτες. Το 10-13% δήλωσαν ότι είχαν βιώσει ως θύματα το φαινόμενο κυρίως με τη λεκτική του μορφή σε χώρους στο σχολείο χωρίς επίβλεψη από τους εκπαιδευτικούς όπως είναι η αυλή, οι τουαλέτες, ο διάδρομος και η τάξη στο διάλειμμα.

Μορφές σχολικού εκφοβισμού

  • Σωματικός εκφοβισμός: που εκδηλώνεται με χτυπήματα, κλωτσιές, μπουνιές, τραβήγματα μαλλιών, δαγκωνιές. Ακόμη, μπορεί να περιλαμβάνει τη σεξουαλική παρενόχληση, ανεπιθύμητα αγγίγματα, προσβλητικά γράμματα και εικόνες.
  • Λεκτικός εκφοβισμός: που εκδηλώνεται με παρατσούκλια και πειράγματα τα οποία μπορεί να είναι μοχθηρά αλλά μπορεί να προβούν και σε σαρκασμό. Απόδοση πειρακτικών ονομάτων, απειλών και βρίσιμο, αγενή, ρατσιστικά και σεξιστικά σχόλια είναι μερικές από τις μορφές εκδήλωσης αυτού του συγκεκριμένου τύπου του φαινομένου.
  • Συναισθηματικός εκφοβισμός: το κύριο χαρακτηριστικό αυτής της μορφής συνδέεται με τη δημιουργία ενός κλίματος φόβου για το μαθητή- μαθήτρια, με οποιαδήποτε πράξη που προκαλεί στο θύμα ψυχολογικό πόνο. Για παράδειγμα, η αποφυγή από τους συνομηλίκους, η σκόπιμη απομόνωση του, η καταστροφή προσωπικών αντικειμένων και ο εκβιασμός για χρήματα.
  • Ηλεκτρονικός εκφοβισμός: ο ηλεκτρονικός εκφοβισμός, γνωστός και ως cyberbullying, αποτελεί τη νεότερη μορφή του φαινομένου. Μπορεί να εκδηλωθεί είτε με τη χρήση του κινητού τηλεφώνου, του ηλεκτρονικού υπολογιστή είτε με τη χρήση κάμερας. Κοινό χαρακτηριστικό όλων αυτών των εκδηλώσεων αποτελεί το προσβλητικό και απειλητικό περιεχόμενο τους με σκοπό την ταπείνωση και την απειλή του παιδιού.

Χαρακτηριστικά των παιδιών (θύτες και θύματα)
Τα παιδιά – θύματα, βάσει διεθνών και ελληνικών ερευνητικών δεδομένων,
εμφανίζουν χαμηλή αυτοεκτίμηση, αδυναμία επίλυσης προβλημάτων, καταθλιπτικά
στοιχεία, συναισθηματικές δυσκολίες, αίσθημα μοναξιάς, ενώ οι χαμηλές σχολικές
επιδόσεις και οι απουσίες κατά την φοίτηση είναι συχνά φαινόμενα. Τα παιδιά –
θύματα εμφανίζουν στο μέλλον αδυναμία να αναλάβουν ευθύνες, να επιδείξουν
συνέπεια στον κοινωνικό τους ρόλο, να συνάψουν διαπροσωπικές σχέσεις ή να έχουν
ομαλή σεξουαλική ζωή.
Από την άλλη τα παιδιά – θύτες εμφανίζουν αυξημένα ποσοστά μελλοντικής
παραβατικής συμπεριφοράς, χρήσης ουσιών και εμπλοκής με το νόμο και
χαρακτηρίζονται από αδυναμία τήρησης κανόνων και ορίων, διογκωμένη συνήθως
αυτοεικόνα, επιθετικότητα, έντονο παρορμητισμό, μειωμένη ικανότητα αυτοελέγχου,
έλλειψη αίσθησης του μέτρου και απόλυτη έλλειψη ενσυναίσθησης ( της δεξιότητας
εκείνης να μπορούν να μπαίνουν στη θέση του άλλου και να νιώθουν τον πόνο που
του προκαλούν).

Τι μπορούν να κάνουν οι γονείς:

  • Ακούστε το παιδί σας και φροντίστε τους φόβους και τα συναισθήματα που νοιώθει.
  • Καλό είναι να «μην πάρετε την κατάσταση στα χέρια σας» (εξαρτάται και από την ηλικία του παιδιού) καθώς είναι πιθανό το παιδί να αισθανθεί πως χάνει ακόμη περισσότερο τον έλεγχο.
  • Βοηθήστε το παιδί σας να δουλέψει, σε πρώτο στάδιο, με τις δικές του μη βίαιες τεχνικές και στρατηγικές για να διαχειριστεί την συγκεκριμένη κατάσταση.
  • Ενθαρρύνεται το παιδί σας να μιλά. Είναι καλό να μάθει πως όσο οδυνηρή και δύσκολη είναι μια κατάσταση αξίζει να ψάξει να βρει τρόπους να τη διαχειριστεί.
  • Αξιοποιήστε δυνατότητες και ικανότητες του παιδιού και χτίστε βήμα βήμα την αυτό- εκτίμησή του.
  • Φροντίστε ώστε το παιδί να μην βιώσει πως ο εκφοβισμός που υφίσταται είναι δικό του σφάλμα ή ότι έχει κάποιο μειονέκτημα.
  • Ενθαρρύνετε το να βρει εναλλακτικές παρέες και φίλους και να αλληλεπιδράσει ώστε να γίνει σαφές πως δεν συμβαίνει παντού το ίδιο. Να αναγνωρίσει πως υπάρχουν και συνομήλικοι που μπορούν να συνυπάρξουν αρμονικά. Θα είναι αρκετά βοηθητικό για το παιδί αφού θα μπορεί να αναγνωρίσει που μπορεί να νοιώθει και να είναι ασφαλές.

Δευτέρα, 8 Οκτωβρίου 2012

Πώς επηρεάζεται η ζωή των παιδιών με ΔΕΠ-Υ;


Όπως έχουμε ήδη αναφέρει στο παραπάνω κείμενο, τα συμπτώματα της ΔΕΠ-Υ είναι πολύπλοκα. Κυμαίνονται από ήπια, μέτρια ή σοβαρά και αναλόγως μπορεί να παρεμποδίζουν τη λειτουργικότητα και την προσαρμογή του παιδιού στις απαιτήσεις του περιβάλλοντος άλλοτε σε μικρότερο και άλλοτε σε μεγαλύτερο βαθμό. Παρακάτω θα αναφερθούμε ενδεικτικά σε κάποιους τομείς, οι οποίοι επηρεάζονται από την ύπαρξη της ΔΕΠ-Υ.
Πώς επηρεάζει η ΔΕΠ-Υ τις κοινωνικές επαφές;
            Σε κοινωνικό επίπεδο, τα παιδιά με ΔΕΠ-Υ συχνά δυσκολεύονται να αναπτύξουν καλές σχέσεις με συνομηλίκους τους. Η διαταραχή δεν επηρεάζει μόνο το παιδί που πάσχει, αλλά και την οικογένειά του. Τα παιδιά με ΔΕΠ-Υ πολλές φορές χαρακτηρίζονται ανυπάκουα ή «πεισματάρικα». Αυτό συχνά οφείλεται στο ότι δυσκολεύονται να μείνουν συγκεντρωμένα και στο ότι χάνουν σημαντικά κομμάτια μιας συζήτησης ή των οδηγιών που τους δίνονται. Η απόρριψη από τους συνομηλίκους ή η έλλειψη στενών φίλων συμβάλλουν στο γεγονός ότι πολλά από τα παιδιά αυτά συχνά νιώθουν μόνα και παρεξηγημένα. Σε ορισμένες περιπτώσεις, τα παιδιά αυτά μπορεί επίσης να κινδυνεύουν περισσότερο να εκδηλώσουν άγχος, διαταραχές της διάθεσης κ.α. κατά την εφηβεία. Δεν γνωρίζουμε ακόμα πλήρως πώς ακριβώς συμβάλλει η ΔΕΠ-Υ στα κοινωνικά προβλήματα. Οι έρευνες δείχνουν ότι η επιθετική συμπεριφορά στα παιδιά με συμπτώματα παρορμητικότητας/υπερκινητικότητας μπορεί να παίζει σημαντικό ρόλο στην απόρριψή τους από τους συνομηλίκους.
Πώς επηρεάζει η ΔΕΠ-Υ τη σχολική διαδικασία;
            Τα συμπτώματα της ΔΕΠ-Υ –δυσκολία του παιδιού να μείνει ακίνητο, να συγκεντρωθεί και να ακούσει– μπορεί να κάνουν το σχολείο δύσκολο για ένα παιδί με ΔΕΠ-Υ. Παρόλο που τα περισσότερα παιδιά και έφηβοι με ΔΕΠ-Υ έχουν φυσιολογική ή αυξημένη νοημοσύνη, σε ποσοστό 40-60% παρουσιάζουν σοβαρές μαθησιακές δυσκολίες. Αντιμετωπίζουν προβλήματα απόδοσης στο σχολείο λόγω κακής οργάνωσης, παρορμητικότητας/υπερκινητικόητας και διάσπασης της προσοχής.  Η διάσπαση της προσοχής είναι ιδιαίτερα σημαντικός παράγοντας, γιατί δεν πρέπει να ξεχνάμε ότι η απόκτηση νέων γνώσεων βασίζεται ουσιαστικά στην ικανότητα συγκέντρωσης της προσοχής. Ωστόσο, με το σωστό συνδυασμό κατάλληλων εκπαιδευτικών πρακτικών και ψυχολογικής στήριξης, οι επιπτώσεις αυτές μπορούν να αποφευχθούν.
Πώς επηρεάζει η ΔΕΠ-Υ την συμπεριφορά;
            Δεν πρέπει να ξεχνάμε ότι η ΔΕΠ-Υ επηρεάζει κυρίως τη συμπεριφορά. Η πιο εμφανής επίδραση της ΔΕΠ-Υ εντοπίζεται στην κινητική συμπεριφορά. Ένα από τα χαρακτηριστικά αυτών των παιδιών είναι η υπερκινητικότητα, η οποία λαμβάνει χώρα ακόμα και σε περιστάσεις που αυτή η συμπεριφορά δεν επιτρέπεται. Άλλο σημαντικό στοιχείο της συμπεριφοράς των παιδιών με ΔΕΠ-Υ αναφέρεται στην ανικανότητα τους να αναστείλουν τις παρορμητικές τους αντιδράσεις και να ρυθμίζει την συμπεριφορά τους σύμφωνα με τους κανόνες που έχει διδαχθεί.
            Όπως γίνεται φανερό από τα παραπάνω, τα παιδιά με ΔΕΠ-Υ είναι πιθανό να αναπτύξουν δυσκολίες σε σημαντικούς τομείς της ζωής. Βέβαια, αξίζει να σημειωθεί ότι, τέτοιου είδους δυσκολίες δεν αντιμετωπίζουν πάντα όλα τα παιδιά με ΔΕΠ-Υ, φαίνεται όμως ότι αυτά είναι περισσότερο πιθανό να τις παρουσιάσουν σε σχέση με τα άλλα παιδιά. Σημαντικό ρόλο στην εξέλιξη ενός παιδιού με ΔΕΠ-Υ παίζουν η ποιότητα των ενδοοικογενειακών σχέσεων, η έγκαιρη διάγνωση και η έγκαιρη παρέμβαση του ειδικού. Στις μέρες μας οι γονείς ενός παιδιού με ΔΕΠ-Υ επιζητούν συχνά την παρέμβαση του ειδικού. Σε ορισμένες περιπτώσεις, η απλή συμβουλευτική και καθοδήγηση των γονέων αρκεί για να αντιμετωπιστούν οι δυσκολίες του παιδιού και της οικογένειάς του. Στην πλειονότητα των περιπτώσεων όμως, λόγω της φύσης της ΔΕΠ-Υ, απαιτείται η ένταξη του παιδιού σε κάποιο θεραπευτικό πρόγραμμα, στο οποίο οι δυσκολίες τόσο του ίδιου όσο και των γονέων και των δασκάλων του, θα αντιμετωπιστούν συνολικά.

Κυριακή, 7 Οκτωβρίου 2012

Διάσπαση Προσοχής και Υπερκινητικότητα


Η ενεργητικότητα αλλά και η αυξημένη κινητικότητα αποτελούν φυσιολογικά χαρακτηριστικά της συμπεριφοράς των παιδιών, ιδιαίτερα κατά την προσχολική ηλικία. Ορισμένα όμως παιδιά παρουσιάζουν αυτά τα χαρακτηριστικά σε αυξημένο βαθμό συγκριτικά με τα συνομήλικα τους. Η ικανότητα τους να διατηρούν την προσοχή και το ενδιαφέρον τους στη δραστηριότητα με την οποία ασχολούνται και να φέρουν σε πέρας τα καθήκοντα τα οποία τους ανατίθενται είναι εξαιρετικά μειωμένη. Επιπρόσθετα, η παρορμητική συμπεριφορά τους αποκλίνει σημαντικά σε ένταση και συχνότητα από παρόμοιες μορφές συμπεριφοράς των συνομηλίκων τους. Πολλές φορές επίσης, παρουσιάζουν αντιδραστική συμπεριφορά και έλλειψη συνεργατικής διάθεσης. Γενικά, θα μπορούσαμε να πούμε ότι αυτά τα παιδιά, αν και έχουν φυσιολογική νοημοσύνη, συχνά δυσκολεύονται πολύ να ανταποκριθούν στις απαιτήσεις του περιβάλλοντος και δεν συμπεριφέρονται με τρόπο ανάλογο του αναπτυξιακού τους επιπέδου.
            Παρακάτω ακολουθούν αναλυτικότερα τα συμπτώματα της ΔΕΠ-Υ, τα οποία  μπορούν να χωριστούν σε δύο κατηγορίες.
Α)Συμπτώματα απροσεξίας: 1)Το παιδί συχνά δεν καταφέρνει να εστιάσει την προσοχή του/της σε λεπτομέρειες ή κάνει λάθη απροσεξίας στα σχολικά μαθήματα, στη δουλειά ή σε άλλες δραστηριότητες. 2)Δυσκολεύεται να διατηρήσει την προσοχή του/της ή να συμμετάσχει σε δραστηριότητες και παιχνίδια. 3)Φαίνεται να μην ακούει όταν του μιλάει κάποιος. 4)Συχνά δεν ακολουθεί τις οδηγίες και δεν καταφέρνει να αντεπεξέλθει στα μαθήματα, στις δουλειές του σπιτιού ή στα καθήκοντά του στο χώρο εργασίας (όχι λόγω εναντιωματικής συμπεριφοράς ή έλλειψης κατανόησης των οδηγιών). 5) Δυσκολεύεται να οργανώσει δουλειές και δραστηριότητες.6) Αποφεύγει, αντιπαθεί ή είναι απρόθυμος να ασχοληθεί με δουλειές που απαιτούν παρατεταμένη διανοητική προσπάθεια (όπως σχολικά μαθήματα και μελέτη).7)Συχνά χάνει πράγματα που είναι απαραίτητα για δουλειές ή δραστηριότητες (π.χ. παιχνίδια, σχολικές εργασίες, μολύβια, βιβλία ή εργαλεία).8) Η προσοχή του/της διασπάται συχνά από εξωτερικά ερεθίσματα.9)Ξεχνάει πράγματα που σχετίζονται με καθημερινές δραστηριότητες.
Β)Συμπτώματα υπερκινητικότητας/παρορμητικότητας: 1)Κινεί νευρικά τα χέρια ή τα πόδια του ή στριφογυρνάει στην καρέκλα του. 2)Σηκώνεται από τη θέση του στην τάξη ή σε άλλες περιστάσεις όπου απαιτείται να παραμείνει καθισμένος. 3)Τρέχει τριγύρω ή σκαρφαλώνει σε περιπτώσεις όπου αυτό είναι ανάρμοστο (σε εφήβους ή ενήλικες μπορεί να περιορίζεται σε υποκειμενικό αίσθημα κινητικής ανησυχίας). 4)Δυσκολεύεται να παίξει ή να ασχοληθεί ήσυχα με ψυχαγωγικές δραστηριότητες. 5)Συχνά μιλάει αδιάκοπα. 6)Συχνά βιάζεται να απαντήσει προτού ακούσει ολόκληρη την ερώτηση. 7)Δυσκολεύεται να περιμένει τη σειρά του. 8)Συχνά διακόπτει τους άλλους ή παρεμβαίνει σε συζητήσεις.
            Εξαιτίας λοιπόν, αυτής της πολυπλοκότητας και της ποικιλίας των συμπτωμάτων πρέπει να πούμε ότι η διάγνωση της ΔΕΠ-Υ είναι πολύπλοκη και απαιτεί τη συλλογή πληροφοριών από διάφορες πηγές, όπως γονείς και δασκάλους. Για να μπορέσει να γίνει διάγνωση, πρέπει οι γονείς και οι δάσκαλοι να περιγράψουν στον ψυχολόγο τις χαρακτηριστικές συμπεριφορές που παρατηρούν.
            Όπως ήδη έχει γίνει φανερό η ΔΕΠ-Υ είναι μια διαταραχή η οποία επηρεάζει πολλά επίπεδα και πολλούς τομείς της ζωής του παιδιού. Γι’ αυτό παρακάτω, θα μιλήσουμε και για την επίδραση της ΔΕΠ-Υ στις κοινωνικές επαφές, στην συμπεριφορά αλλά και στην μάθηση.

Πέμπτη, 4 Οκτωβρίου 2012

Από τον θυμό σε μια μεγαλύτερη νοητική ελευθερία:Μαρτυρίες θυμωμένων πρώην παιδιών.


«…γραπτές μαρτυρίες από άτομα διαφορετικά μεταξύ τους αλλά με κοινό ότι από μικρά ήταν κορίτσια θυμωμένα…Τώρα όμως ύστερα από μία αργή και μακρόχρονη ψυχολογική δουλεία έμαθαν και να περπατούν κάθε τόσο προς δρόμους  διαφορετικούς και να χύνονται στον άπειρο πλούτο των συγκινήσεων που τους συνθέτουν, αντί να πηγαίνουν και να σπάνε τα μούτρα τους σ’ έναν τοίχο…»


Μάουρα

«Λοιπόν φαίνεται πως η κατάσταση έχει ως εξής: εγώ υπέφερα πολύ, αλλά αυτή ακριβώς η ευαισθησία στις συγκινήσεις και στα συναισθήματα ήταν η πιο υλική ένδειξη της ύπαρξης της ψυχής μου, δηλαδή ότι ήταν ζωντανή, προσεκτική και παρούσα εντός μου.
            Δεν σκότωσα την ψυχή μου.
            Όχι μόνον.
            Δεν επέτρεψα ούτε οι άλλοι να την σκοτώσουν.
Παρόλα εκείνα που συνέβησαν προσπαθώντας να βγάλω εκείνο το αγκάθι, δεν ξερίζωσα όλη μου την καρδιά. Δεν ξέρω πώς και γιατί το έκανα, αλλά το έκανα: την υπερασπίστηκα μ’ όλο μου τον εαυτό, μ’ όλη την έκπληξη, την απορία, τη μαγεία και την αδυναμία να υπερασπιστώ την παιδική μου ύπαρξη, με μία ψυχή έρμαιο των ενηλίκων, οι οποίοι είχαν χάσει τη δική τους.
Την υπερασπίστηκα ενστικτωδώς, όπως ένας σκύλος υπερασπίζεται το κόκαλο του με θυμό, και το πλήρωσα πολύ ακριβά.
Την υπερασπίστηκα με πίστη και επιμονή. Πάλεψα, για να μείνω πιστή στη ψυχή μου, για να την κρατήσω ζωντανή.
Μια ψυχή διψασμένη για τροφή.
Είναι σωστό και δίκαιο να νιώθεις συγκίνηση και θαυμασμό για ένα κοριτσάκι τόσο μικρό που έκανε κάτι τόσο μεγάλο;
Κι όταν κουρασμένη, εξουθενωμένη κινδύνευα να υποχωρήσω και ύστερα από χρόνια ένιωθα ότι πέθαινα σιγά σιγά στην παγωνιά της απουσίας συναισθημάτων, αντέδρασα με μια απελπισμένη κίνηση και έψαξα βοήθεια. Τότε δεν το ήξερα τόσο καθαρά, όπως σήμερα, αλλά εκείνη η προσπάθεια, εκείνο το θάρρος, εκείνη η αναζήτηση βοήθειας είχαν τελικά σκοπό να βρουν ένα σύμμαχο που θα με βοηθούσε να σώσω την ψυχή μου.
Είναι σωστό και δίκαιο να νιώθεις υπερήφανη γι’ αυτό το θάρρος»


Απόσπασμα από το βιβλίο της Alba Marcoli, “Il bambino arrabbiato. Favole per capire le rabbie infantili”.

Τετάρτη, 3 Οκτωβρίου 2012

"Αρνείται να διαβάσει. Τι να κάνω;"


Πολύ συχνά ακούω από γονείς να παραπονιούνται ότι το παιδί τους αρνείται, δεν θέλει να διαβάσει τα μαθήματα του ή ότι το διάβασμα του είναι ένας «μαραθώνιος» που ξεκινά νωρίς το απόγευμα και τελειώνει το βράδυ. Τι γίνεται λοιπόν, όταν το παιδί αρνείται πεισματικά να διαβάσει και η υπομονή των γονιών εξαντλείται;
            Υπάρχουν κάποια βήματα που μπορεί να κάνει ο γονιός για να βοηθήσει το παιδί του να οργανώσει το διάβασμα, να γίνει πιο υπεύθυνο και να αναλάβει τις σχολικές του υποχρεώσεις. Καλό είναι, βέβαια όλα αυτά, που θα περιγραφούν παρακάτω να ξεκινούν από την αρχή της σχολικής ζωής του παιδιού, δηλαδή από την πρώτη δημοτικού. Ωστόσο, πότε δεν είναι αργά!
            Αρχικά, χρειάζεται  να ορίσουμε ένα σταθερό χώρο διαβάσματος. Ιδανικός χώρος για να διαβάσει είναι εκείνος που δεν έχει πολλά ερεθίσματα τα οποία πιθανόν να διασπάσουν την προσοχή του παιδιού. Επιπλέον, εξίσου σημαντικός είναι και ο χρόνος του διαβάσματος. Καλό είναι το παιδί να μην ξεκινάει τα μαθήματα αμέσως μετά το μεσημεριανό του αλλά ούτε και πολύ αργά το βράδυ. Γι’ αυτό συμφωνούμε με το παιδί μια σταθερή ώρα που κρίνουμε ότι είναι κατάλληλη για να ξεκινήσει τα μαθήματα του.
            Επίσης, δεν θα πρέπει να ξεχνάμε τα συχνά διαλείμματα ανάμεσα στα μαθήματα του. Αυτή είναι μια πολύ απλή στρατηγική η οποία ενισχύει το βαθμό συγκέντρωσης του παιδιού, καθώς του επιτρέπει να ξεκουράζεται και να αποφορτίζεται. Καλό είναι επίσης, αμέσως μόλις ολοκληρώσει τα μαθήματα του, να το επιβραβεύουμε, επιτρέποντας να παίξει.
            Μια ακόμα στρατηγική είναι να διδάξουμε στα παιδιά κάποια «κολπάκια» για να οργανώσουν το διάβασμα τους. Για παράδειγμα, να ξεκινάνε να διαβάζουν τα μαθήματα  που θεωρούν δύσκολα ή βαρετά, καθώς είναι πιο ξεκούραστα στην αρχή. Ακόμη, να σημειώνουν τα σημαντικά σημεία του μαθήματος, να εντοπίζουν τις «λέξεις- κλειδιά» κλπ.
            Πέρα από τα παραπάνω, σημαντικό ρόλο για το αν το παιδί θα αγαπήσει το διάβασμα παίζει και η στάση των γονιών απέναντι σε αυτό. Οι γονείς μπορούν να μάθουν στο παιδί να αγαπά το διάβασμα, αγοράζοντας του από μικρή ηλικία βιβλία. Τα βιβλία καλό είναι να είναι επιλογή του παιδιού για να του τραβήξουν ακόμα περισσότερο το ενδιαφέρον να τα διαβάσει. Στόχος, λοιπόν, είναι να αγαπήσει το διάβασμα, γι’ αυτό και προσπαθούμε να το κάνουμε όσο πιο διασκεδαστικό γίνεται. Του διδάξουμε τα γράμματα με πολλούς τρόπους (και όχι απλά με χαρτί και μολύβι), του διδάξουμε μαθηματικά με τουβλάκια, με όσπρια, με φρούτα, τον παροτρύνουμε να φτιάξει το δικό του παραμύθι με ζωγραφιές και λόγια. Ας αφήσουμε την φαντασία μας ελεύθερη και θα βρούμε πολλούς τρόπους διδασκαλίας!
            Τέλος, είναι σημαντικό οι γονείς να μην μεταφέρουν την δική τους αγωνία για το σχολείο στα παιδιά τους. Καλό είναι να μην έχουν υπερβολικά υψηλές προσδοκίες. Οι τιμωρίες και οι αρνητικοί χαρακτηρισμοί για τις ικανότητες του παιδιού σε καμιά περίπτωση δεν μπορεί να αποτελέσουν ώθηση ή κινητήρια δύναμη για να πεισθεί το παιδί να διαβάσει. Χρειάζεται  να επιβραβεύουμε την προσπάθεια του παιδιού άσχετα από τις επιδόσεις και τους βαθμούς του. Επιπλέον, πρέπει να θυμόμαστε πάντα ότι έχουμε να κάνουμε με παιδιά και γι’ αυτά η ύπαρξη ελεύθερου χρόνου για παιχνίδι είναι αναπόσπαστο κομμάτι της καθημερινότητας τους και της υγιούς ψυχοσυναισθηματικής τους ανάπτυξης. Δεν χρειάζεται να τα υπερφορτώνουμε με δραστηριότητες. Πάνω απ’ όλα έχουν ανάγκη να είναι παιδιά!